Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ



Σχέδιο νόμου με τίτλο «Ρυθμίσεις για την τοπική ανάπτυξη, την αυτοδιοίκηση και την αποκεντρωμένη διοίκηση – Ενσωμάτωση Οδηγίας 2009/50ΕΚ»


ΓΕΝΙΚΑ
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εσωτερικών με τίτλο «Ρυθμίσεις για την τοπική ανάπτυξη, την αυτοδιοίκηση και την αποκεντρωμένη διοίκηση – Ενσωμάτωση Οδηγίας 2009/50ΕΚ» αποτελείται από δύο διακριτά και αυτοτελή μέρη και συνολικά 42 άρθρα.
Στο πρώτο μέρος (άρθρα 1 - 21) περιέχονται ρυθμίσεις που αφορούν ζητήματα τοπικής ανάπτυξης, αυτοδιοίκησης και αποκεντρωμένης διοίκησης. Αντλώντας από την εμπειρία που έχει αποκτηθεί κατά τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του Καλλικράτη τόσο από το Υπουργείο Εσωτερικών, όσο και από τους αιρετούς λειτουργούς της αυτοδιοίκησης και με δεδομένη τη δημοσιονομική κατάσταση της χώρας, επιδιώκεται η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου  οργάνωσης και λειτουργίας των δήμων, των περιφερειών, των νομικών τους προσώπων και των αποκεντρωμένων διοικήσεων, ενώ την ίδια στιγμή περιορίζονται οι λειτουργικές δαπάνες των ΟΤΑ. Στο πλαίσιο των ίδιων ρυθμίσεων επέρχονται επίσης βελτιώσεις στο οργανωτικό πλαίσιο διαχείρισης των στερεών αποβλήτων. 
Στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου (22 - 42) περιέχονται κατά κύριο λόγο ρυθμίσεις ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2009/50 σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής πολιτών υψηλής ειδίκευσης από τρίτες χώρες με σκοπό την απασχόληση  (πρόκειται για τη λεγόμενη  «μπλε κάρτα» της ΕΕ). Η ενσωμάτωση της Οδηγίας 2009/50 συνιστά άμεση υποχρέωση της χώρας απέναντι στην ΕΕ, καθώς η προθεσμία για την ενσωμάτωσή της έχει ήδη παρέλθει.

Μέρος Πρώτο
Ρυθμίσεις για την τοπική ανάπτυξη, την αυτοδιοίκηση, την
αποκεντρωμένη διοίκηση
και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Εσωτερικών

Το πρώτο μέρος του προτεινόμενου σχεδίου νόμου αποτελείται από τέσσερα (4) κεφάλαια ως εξής:
·        Στο πρώτο κεφάλαιο (άρθρα 1 - 2) οργανώνεται θεσμικά το Πρόγραμμα «Αυτοδιοίκηση- Κοινωνική Συνοχή- Ισόρροπη Ανάπτυξη (ΑΚΣΙΑ)» και ρυθμίζεται για πρώτη φορά η οργάνωση των δημοτικών κοινωνικών παντοπωλείων στο πλαίσιο και του ευρύτερου ρόλου που μπορούν ασκήσουν οι δήμοι για την κοινωνική συνοχή.
·        Στο δεύτερο κεφάλαιο (άρθρα 3 - 12) περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για τη βελτίωση του συστήματος διακυβέρνησης των δήμων και των περιφερειών,  την καταστατική θέση των αιρετών και για κρίσιμα ζητήματα που αφορούν στις επιχειρήσεις των δήμων και το προσωπικό των ΟΤΑ.
·        Στο τρίτο κεφάλαιο (άρθρα 13 - 17) συμπληρώνονται οι ρυθμίσεις του ν.3852/2010 ως προς τα ζητήματα της οργάνωσης των ΦΟΔΣΑ (Φορείς Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων) και επιλέγονται ως βασικό θεσμικό σχήμα οργάνωσης οι περιφερειακοί σύνδεσμοι ΦΟΔΣΑ που είναι διαδημοτικοί σύνδεσμοι στους οποίους συμμετέχουν υποχρεωτικά οι δήμοι κάθε περιφέρειας. Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για την οργάνωση των ΦΟΔΣΑ νήσων που αφορούν τις τρεις νησιώτικες περιφέρεις.
·        Στο τέταρτο κεφάλαιο (άρθρα 18 - 21) ρυθμίζονται κατά κύριο λόγο ζητήματα των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, ενώ περιέχονται και ρυθμίσεις που αντιμετωπίζουν επιμέρους ζητήματα αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών.

Πιο συγκεκριμένα:

Πρώτο Κεφάλαιο
Στο πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνονται  ρυθμίσεις που σκοπεύουν στον εφοδιασμό των ΟΤΑ  με εργαλεία τοπικής και περιφερειακής ανάπτυξης ιδίως στους τομείς της απασχόλησης και της κοινωνικής αλληλεγγύης  συμβάλλοντας έτσι στην αντιμετώπιση της κρίσης που μαστίζει τις τοπικές κοινωνίες και τους πολίτες.

Στο πλαίσιο αυτό:

1. Προτείνεται η υιοθέτηση του Προγράμματος «Αυτοδιοίκηση – Κοινωνική Συνοχή – Ισόρροπη Ανάπτυξη (ΑΚΣΙΑ)».  Με το  προτεινόμενο πρόγραμμα  οργανώνονται και υλοποιούνται συστηματικά τρεις βασικές δράσεις υποστήριξης των νέων δήμων και περιφερειών. Πρόκειται α) για την ολοκλήρωση του Προγράμματος ΘΗΣΕΑΣ με την ένταξη των επιλέξιμων έργων στο ΕΣΠΑ, αλλά και περαιτέρω έργα του ΕΣΠΑ μέσω του Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης της παρ.7 του άρθρου 40 του ν.4024/2011, β) για την υλοποίηση του προγράμματος της αυτεπιστασίας που εκτελείται σε συνεργασία με το Υπουργείο Εργασίας και στοχεύει στην απασχόληση άνεργων ατόμων, καθώς και στην αναζωογόνηση της τοπικής οικονομίας, και γ) για το πρόγραμμα εξυγίανσης των υπερχρεωμένων δήμων και περιφερειών.
Κοινή συνισταμένη των τριών επιμέρους προγραμμάτων που αποτελούν αντίστοιχα τους άξονες του προτεινομένου αναπτυξιακού προγράμματος είναι η συντονισμένη συνδρομή στην επανεκκίνηση της τοπικής οικονομίας, στη θωράκιση της κοινωνικής συνοχής και στην επίτευξη της ισόρροπης ανάπτυξης (άρθρο 1).
2. Προτείνεται η ρύθμιση ζητημάτων οργάνωσης των δημοτικών κοινωνικών παντοπωλείων έτσι ώστε να ενθαρρυνθεί η  δημιουργία τους σε  όλο το φάσμα της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα διαρκώς αυξανόμενα προβλήματα της διαβίωσης μέρους του πληθυσμού σε συνθήκες φτώχιας. Οι δήμοι ενθαρρύνονται να αναλάβουν πρωτοβουλία ή να συμμετάσχουν σε πρωτοβουλίες κοινωνικών φορέων ασκώντας τον ρόλο που τους αναλογεί έτσι ώστε να διαμορφωθεί ένα ευρύ δίκτυο κοινωνικής αλληλεγγύης και προστασίας (άρθρο 2).

Δεύτερο Κεφάλαιο
Στο δεύτερο κεφάλαιο περιέχονται ρυθμίσεις για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου της οργάνωσης και λειτουργίας των δήμων, των περιφερειών, των νομικών τους προσώπων, ενώ αντιμετωπίζονται επίσης οικονομικά ζητήματα των ΟΤΑ και ζητήματα προσωπικού και επιχειρήσεων  ΟΤΑ. Με τις ρυθμίσεις επιδιώκεται η αποτελεσματικότερη επίτευξη των στόχων του «Καλλικράτη» για τη συγκρότηση ισχυρών οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης μέσα στις ασφυκτικές δημοσιονομικές συνθήκες που αντιμετωπίζει η χώρα και οι οποίες επιβάλλουν τον αναπροσανατολισμό των πόρων της αυτοδιοίκησης από το λειτουργικό και διοικητικό κόστος στην κοινωνική και αναπτυξιακή αποστολή του θεσμού.

Στο πλαίσιο αυτό αντιμετωπίζονται ιδίως τα εξής ζητήματα:

1. Το πρόβλημα της διαρχίας που έχει ανακύψει στις έντεκα ιδιαίτερες δημοτικές κοινότητες που εκτείνονται στα όρια ενός νησιού και συναποτελούν τους τέσσερις πολυνησιωτικούς δήμους που δημιούργησε ο νομοθέτης του ν. 3852/2010. Εν προκειμένω προτείνεται να δοθεί η αρμοδιότητα για τη διαχείριση των θεμάτων του νησιού στον πρόεδρο της νησιώτικης δημοτικής κοινότητας  ο οποίος εκπροσωπεί το νησί στην δημοτική αρχή και την δημοτική αρχή στο νησί (άρθρο 3).
2. Ο χαρακτηρισμός των ορεινών και μειονεκτικών δήμων και η μεταφορά συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων στους δήμους αυτούς κατ` αντιστοιχία των πρόσθετων αρμοδιοτήτων του άρθρου 204 του Καλλικράτη προς τους νησιώτικους δήμους (άρθρο 4).
3. Η επέκταση των αρμοδιοτήτων της οικονομικής επιτροπής των περιφερειών ώστε να έχει ανάλογη λειτουργία με την οικονομική επιτροπή των δήμων (άρθρο 5).
4. Η βελτίωση του συστήματος διακυβέρνησης των δήμων και περιφερειών σε κρίσιμες πτυχές του, όπως η αναπλήρωση του δημάρχου ως προέδρου της εκτελεστικής επιτροπής, η ανάθεση αρμοδιοτήτων στην οικονομική επιτροπή, καθώς και στα διοικητικά συμβούλια των νομικών προσώπων και των συνδέσμων για ζητήματα ανάθεσης έργων, προμηθειών, συμβάσεων παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία, αντί των μονοπρόσωπων οργάνων που είναι αρμόδια σήμερα ώστε να ενισχυθεί η διαφάνεια. Επίσης, προτείνεται η ρύθμιση ζητημάτων δημοσιότητας για την σύγκλιση των δημοτικών συμβουλίων και των επιτροπών του δήμου, ενώ παρέχεται η ευχέρεια στις νησιώτικες περιφέρειες να συνεδριάζουν σε τακτικές συνεδριάσεις τα περιφερειακά συμβούλια με την χρήση της τηλεδιάσκεψης, δυνατότητα που σε εξαιρετικές περιπτώσεις προβλέπεται και για τις λοιπές περιφέρειες. Περαιτέρω, προτείνεται να παρασχεθεί η αρμοδιότητα στον περιφερειάρχη, με σύμφωνη γνώμη των τεχνικών συμβουλίων δημοσίων έργων, να ρυθμίζει ζητήματα λειτουργίας του τεχνικού συμβουλίου και αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων σε αποκεντρωμένες τεχνικές υπηρεσίες της περιφέρειας με σκοπό την καλύτερη λειτουργία των υπηρεσιών και την καλύτερη εποπτεία των εκτελούμενων έργων (άρθρο 6).
5. Η επίλυση προβλημάτων που σχετίζονται με την καταστατική θέση των αιρετών και η διευκόλυνση στην άσκηση της αποστολής τους (άρθρο 7).
6. Η διευθέτηση αρμοδιοτήτων μεταξύ δήμων και περιφερειών και η διασαφήνιση των αρμοδιοτήτων των περιφερειών σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής, η ενίσχυση των δυνατοτήτων των δομών κοινωνικής φροντίδας των δήμων, όπως ιδρύματα, δημοτικά ιατρεία κ.ο.κ. (λ.χ. να προμηθεύονται φαρμακευτικό υλικό με τους ίδιους όρους που προμηθεύονται και οι άλλες δομές υγείας και κοινωνικής φροντίδας μειώνοντας έτσι τις δαπάνες λειτουργίας τους). Επίσης, αντιμετωπίζονται ζητήματα άσκησης αρμοδιοτήτων σχετικών με τους οικείους οργανισμούς λαϊκών αγορών στις μητροπολιτικές περιφέρειες Αττικής και Θεσσαλονίκης (άρθρο 8).
7. Ζητήματα δυσλειτουργίας της οικονομικής διοίκησης των δήμων (λχ. τακτοποίηση θεμάτων απολογισμού των σχολικών επιτροπών, δυνατότητα των δήμων να προβαίνουν σε προσαρμογή του μισθώματος των ακινήτων που εκμισθώνουν, όριο των συμβάσεων των δήμων που υπόκεινται σε προσυμβατικό έλεγχο από την οικεία Υπηρεσία του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, προσαρμογή του προβλεπόμενου εργολαβικού οφέλους για τα δημοτικά έργα) (άρθρο 9).
8. Ζητήματα λειτουργίας επιχειρήσεων ΟΤΑ όπως:
·        η δυνατότητα των περιφερειών να συστήνουν ανώνυμη αναπτυξιακή εταιρία όταν δεν μετέχουν σε άλλη αναπτυξιακή εταιρία αξιοποιώντας έτσι ένα σημαντικό θεσμικό εργαλείο για την περιφερειακή ανάπτυξη,
·        η αντιμετώπιση οφειλών των δημοτικών επιχειρήσεων προς το δημόσιο και το ΙΚΑ, καθώς και η δυνατότητα λόγω της συγχώνευσης ή της λύσης αυτών των επιχειρήσεων να αναλαμβάνει ο οικείος δήμος την καταβολή των οφειλών,
·        η εκκρεμότητα ορισμένων επιχειρήσεων των δήμων για τις οποίες είχαν ληφθεί αποφάσεις μετατροπής τους σε ανώνυμες, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία μέχρι την παρέλευση της σχετικής προθεσμίας,
·        η καταβολή της ετήσιας επιχορήγησης των ΔΕΥΑ από τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους των δήμων,
·        η υποχρεωτική επέκταση της αρμοδιότητας των ΔΕΥΑ των νέων δήμων σε όλη την εδαφική περιφέρεια του δήμου,
·        η δυνατότητα μείωσης των τελών ύδρευσης  για οικονομικά αδύναμους,
·        η δυνατότητα καθορισμού παγίου κατανάλωσης προκειμένου οι ΔΕΥΑ να καλύπτουν  ευχερέστερα το ελάχιστο λειτουργικό τους κόστος έτσι ώστε να διασφαλίζεται η βιωσιμότητά τους,
·        η παράταση της προθεσμίας για την μετατροπή των ΔΗΠΕΘΕ που λειτουργούσαν ως δημοτικές επιχειρήσεις σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 269 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (μετατροπή σε κοινωφελείς ή λύση ),
·        η εκκαθάριση των δημοτικών και διαδημοτικών επιχειρήσεων (άρθρο 10).
9. Η διαδικασία λύσης των δημοτικών επιχειρήσεων που είχαν ως αντικείμενο την λειτουργία ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού και ορίζονται οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες μεταφοράς του προσωπικού, ενώ προτείνεται να γίνεται  ανάληψη από τους Δήμους των σχετικών οικονομικών υποχρεώσεων  προς το δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους τρίτους με απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας των μελών του δημοτικού συμβουλίου (άρθρο 11).
10. Σημαντικά θέματα που αφορούν το προσωπικό των ΟΤΑ και στοχεύουν στην εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών τους καθώς και θέματα διοικητικής υποστήριξης των υπηρεσιακών συμβουλίων.
Κυριότερα εξ αυτών είναι:
·        Η δυνατότητα απασχόλησης εργατικού κυρίως προσωπικού έως πέντε ημερομίσθια μηνιαία και έως συγκεκριμένο αριθμό απασχολουμένων στους δήμους έτσι ώστε να αντιμετωπίζονται ανάγκες σε απομακρυσμένες κυρίως περιοχές και περιφερειακές, δημοτικές ή τοπικές κοινότητες όπου απαιτούνται έκτακτες εργασίες  οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν εγκαίρως από τα οργανωμένα συνεργεία του οικείου Δήμου
·        Η δυνατότητα πρόσληψης ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφαλείας με σύμβαση έργου και μόνο όταν οι ΟΤΑ δεν διαθέτουν το αντίστοιχο προσωπικό
·        Η δυνατότητα καθορισμού με ΚΥΑ του αριθμού των προσλήψεων για τις υπηρεσίες ανταποδοτικού χαρακτήρα που αφορούν εκπαιδευτικό έργο όπως ωδεία, και οι οποίες χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από τα  δίδακτρα (άρθρο 12)


Τρίτο Κεφάλαιο
Στο τρίτο κεφάλαιο προτείνονται ρυθμίσεις βελτίωσης του οργανωτικού πλαισίου διαχείρισης των στερεών αποβλήτων (Φορείς Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων - ΦοΔΣΑ) έτσι ώστε οι ΟΤΑ να αναλάβουν τη διαχείριση  των στερεών αποβλήτων, η οποία και αποκτά κρίσιμη σημασία τόσο για την προστασία του περιβάλλοντος, όσο και για την οικονομική αξιοποίηση ενός δυναμικού αναπτυξιακού κεφαλαίου.

Στο πλαίσιο αυτό:

1. Προτείνεται η σύσταση περιφερειακών συνδέσμων (ΦοΔΣΑ) με την συμμετοχή όλων των δήμων κάθε περιφέρειας με αντικείμενο την άσκηση των πολιτικών σχεδιασμού και διαχείρισης των στερεών αποβλήτων, ενώ προτείνεται η συγκρότηση ενός συνδέσμου ανά περιφέρεια πλην των τριών νησιώτικων περιφερειών και της περιφέρειας Αττικής (άρθρο 13).
2. Ειδική μέριμνα λαμβάνεται για τις νησιωτικές περιφέρειες (άρθρο 14).
3. Προτείνονται ρυθμίσεις για τον τρόπο εκπροσώπησης των δήμων μελών των ΦοΔΣΑ,  για τα όργανα διοίκησή τους, τις  αρμοδιότητες και τον τρόπο άσκησής τους (άρθρο 15).
4. Προτείνεται ρύθμιση για τη διαδικασία συγχώνευσης των υφιστάμενων ΦοΔΣΑ που είναι κατά βάση  είτε σύνδεσμοι είτε ανώνυμες εταιρίες. Σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση η διαδικασία συγχώνευσης εξελίσσεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την θέση σε ισχύ του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, ενώ η συγκρότηση του νέου περιφερειακού ΦοΣΔΑ θα πρέπει να έχει γίνει εντός ενός μηνός από την θέση σε ισχύ του νόμου. Επίσης, προτείνεται η δυνατότητα μετατροπής περιφερειακού συνδέσμου σε ανώνυμη εταιρία  εφόσον συναινέσει το σύνολο των δήμων μελών του (άρθρο 16).
5. Προτείνονται ρυθμίσεις για τη λειτουργία των ΦοΔΣΑ κατά το στάδιο μετάβασης στο νέο οργανωτικό σχήμα, όπως επίσης και για θέματα προσωπικού των ΦοΔΣΑ, ενώ αντιμετωπίζονται και επί μέρους θέματα του διαβαθμιδικού συνδέσμου της μητροπολιτικής περιφέρειας Αττικής (άρθρο 17).

Τέταρτο Κεφάλαιο
Στο τέταρτο κεφάλαιο περιέχονται ρυθμίσεις για θέματα των αποκεντρωμένων διοικήσεων και λοιπές διατάξεις.

Στο πλαίσιο αυτό:

1. Προτείνεται η ρύθμιση θεμάτων λειτουργίας, οργάνωσης και προσωπικού των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, όπως η συγκρότηση γνωμοδοτικών οργάνων και ανά περιφέρεια, η ρύθμιση θεμάτων άσκησης αρμοδιοτήτων για τις κατεδαφίσεις αυθαιρέτων, την απομάκρυνση πινακίδων υπαίθριας διαφήμισης, την αξιοποίηση πόρων από την μίσθωση των χερσαίων συνοριακών σταθμών κ.α. (άρθρο 18).
2. Με τις λοιπές ρυθμίσεις προτείνονται μεταξύ άλλων διατάξεις σχετικά με:
·        τη συγκρότηση επιτροπών για την μετονομασία οδών, πλατειών,
·        την προσαρμογή της νομοθεσίας του Ταμείου Αλληλοβοηθείας Υπαλλήλων του Υπουργείου Εσωτερικών στο διαχωρισμό του πρώην Υπουργείου Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης,
·        τη συγκρότηση της επιτροπής ορίων των δήμων,
·        τον ορισμό γνωμοδοτικής επιτροπής ανά αποκεντρωμένη διοίκηση για την κατανομή των πιστώσεων  για τις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων,
·        τον ορισμό εξάμηνης προθεσμίας για τη μεταγραφή στα οικεία υποθηκοφυλακεία των πράξεων μεταβίβασης της κυριότητας των σχολικών κτιρίων στους δήμους (άρθρο 20).


Δεύτερο Μέρος
Ενσωμάτωση Οδηγίας 2009/50 σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης και λοιπές διατάξεις

Το δεύτερο μέρος του προτεινόμενου σχεδίου νόμου αποτελείται από δύο κεφάλαια ως εξής:
·          Στο πρώτο κεφάλαιο (άρθρα 22 - 39) περιέχονται ρυθμίσεις ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2009/50/ΕΚ σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής πολιτών τρίτων χωρών υψηλής ειδίκευσης με σκοπό την απασχόληση (πρόκειται για τη λεγόμενη και «μπλε κάρτα» της ΕΕ).
·          Στο δεύτερο κεφάλαιο (άρθρα 40 - 42) περιέχονται οι αναγκαίες εθνικές ρυθμίσεις για την αποτελεσματική ενσωμάτωση της Οδηγίας 2009/50/ΕΚ στην εθνική έννομη τάξη, καθώς επίσης και ρυθμίσεις για την ορθή εφαρμογή της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ.
Πιο συγκεκριμένα:

Πρώτο Κεφάλαιο
Η  ενσωματούμενη με το πρώτο κεφάλαιο Οδηγία 2009/50/ΕΚ αποβλέπει στη βελτίωση της ικανότητας της ΕΕ να προσελκύει και, εάν απαιτείται, να συγκρατεί υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους τρίτων χωρών, μέσω α) της θέσπισης προϋποθέσεων εισδοχής για την ειδική κατηγορία των υψηλά ειδικευμένων εργαζόμενων, β) εισαγωγής ταχείας και ευέλικτης διαδικασίας για τους αιτούντες, γ) διαμόρφωσης ελκυστικών όρων διαμονής για αυτούς και τα μέλη της οικογένειάς τους, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων διευκολύνσεων για αυτούς που επιθυμούν να μετακινηθούν σε δεύτερο κράτος μέλος για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης, δ) της εξασφάλισης του νομικού καθεστώτος των εργαζόμενων τρίτων χωρών που έχουν γίνει ήδη δεκτοί στο έδαφός της ΕΕ.
Στο πλαίσιο αυτό, επιδιώκεται η αποτελεσματική και ταχεία ανταπόκριση στις κυμαινόμενες ανάγκες για υψηλά ειδικευμένο μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό με τη δημιουργία ισότιμων όρων στο επίπεδο της ΕΕ για τη διευκόλυνση και εναρμόνιση της εισδοχής αυτής της κατηγορίας εργαζομένων και με την προώθηση της αποτελεσματικής κατανομής και ανακατανομής τους στην αγορά εργασίας της ΕΕ. Ωστόσο, οι ανωτέρω στόχοι σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υπονομεύουν, μέσω τυχόν αφαίμαξης εγκεφάλων, την ικανότητα των αναπτυσσόμενων χωρών να προοδεύσουν και να ενισχύσουν την αναπτυξιακή τους πορεία.
Η σκοπιμότητα της συγκεκριμένης νομοθετικής πρωτοβουλίας εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στηρίζεται στο γεγονός ότι επί του παρόντος η ΕΕ δεν φαίνεται να θεωρείται ελκυστική από τους υψηλά ειδικευμένους επαγγελματίες στο πλαίσιο ενός πολύ μεγάλου διεθνούς ανταγωνισμού, αλλά αντιθέτως, αποτελεί τον κύριο προορισμό ανειδίκευτων έως μετρίως ειδικευμένων εργαζομένων. Αυτό συμβαίνει διότι οι υψηλά ειδικευμένοι μετανάστες πρέπει να αντιμετωπίσουν 27 διαφορετικά συστήματα εισδοχής που ισχύουν στα κράτη-μέλη, με πολλές φορές χρονοβόρες και δύσκαμπτες διαδικασίες, συστήματα εισδοχής που δεν τους επιτρέπουν να μετακινηθούν εύκολα από τη μια χώρα στην άλλη για εργασία και, ως εκ τούτου, αναγκάζονται να επιλέξουν χώρες εκτός της ΕΕ που τους παρέχουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής.

Στο πλαίσιο αυτό:

1. Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις συνιστούν μεταφορά  των διατάξεων της Οδηγίας (άρθρο 22 - 39).
2.  Σημαντική είναι η ρύθμιση που προτείνεται σχετικά με την εισαγωγή ειδικής διαδικασίας  καθορισμού όγκου εισδοχής μεταναστών (ειδική διαδικασία καθορισμού του αριθμού των νεοεισερχόμενων νόμιμων μεταναστών για «Μπλε Κάρτα») (άρθρο 27). Στόχος είναι η συγκεκριμένη διαδικασία να αποκτήσει χαρακτηριστικά κοινωνικής και πολιτικής διαβούλευσης μέσω των αιρετών Περιφερειαρχών, της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και του ΟΑΕΔ ώστε να καθορίζονται με ορθολογικό τρόπο τυχόν ανάγκες της χώρας σε ειδικευμένο προσωπικό από τρίτες χώρες.
3. Γίνεται προσπάθεια ώστε η εναρμόνιση της Οδηγίας να γίνει με τον περισσότερο συμβατό τρόπο σε σχέση με τις υφιστάμενες διαδικασίες της ελληνικής έννομης τάξης και του οικείου διοικητικού μηχανισμού. Στη φάση αυτή προτείνεται η διαδικασία να διεκπεραιώνεται από τις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών και όχι σε επίπεδο Αποκεντρωμένης Διοίκησης, καθώς με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται αφενός η ασφαλέστερη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας, αφετέρου μεγαλύτερη ταχύτητα στην έκδοση των αδειών διαμονής (άρθρο 28).  
4. Ως προς τις προϋποθέσεις χορήγησης της «Μπλε Κάρτας», πέραν των συνήθως απαιτούμενων όπως διαβατήρια, απουσία λόγων δημόσιας τάξης και δημόσιας υγείας, ασφάλιση κλπ, ζητείται από τον ενδιαφερόμενο πολίτη τρίτης χώρας αφενός σύμβαση εργασίας απ` την οποία να προκύπτει υψηλός μισθός, αφετέρου να αποδεικνύει υψηλά επαγγελματικά προσόντα (ιδίως με τίτλους πανεπιστημιακούς). Επιπρόσθετες προϋποθέσεις, απαιτούνται όταν η έκδοση «Μπλε Κάρτας» αφορά νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, καθώς στις περιπτώσεις αυτές απαιτείται να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ζητούνται και από Έλληνες και Ευρωπαίους (λ.χ. προηγούμενη άδεια άσκησης επαγγέλματος σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία) (άρθρο 26).

Δεύτερο Κεφάλαιο
Στο δεύτερο κεφάλαιο  περιέχονται ρυθμίσεις που:
α) είναι αναγκαίες για την αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση της Οδηγίας 2009/50 και
β) βελτιώνουν, σύμφωνα και με τις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις υφιστάμενες (βλ. π.δ. 106/2007) ρυθμίσεις ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2004/38/ΕΚ σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους  Π.Δ. 106/2007.

Στο πλαίσιο αυτό:

1. Προτείνονται ειδικές ρυθμίσεις για τη διαδικασία μετάκλησης μεταναστών υψηλής ειδίκευσης («Μπλε Κάρτα») και προτείνεται η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών ως αρμόδια υπηρεσία διεκπεραίωσης της σχετικής διαδικασίας (άρθρο 40).
2.  Προτείνεται να δοθεί η δυνατότητα απόκτησης «Μπλε Κάρτας» και σε αλλοδαπούς που ήδη διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα εφόσον όμως, περιοριστικά, ανήκουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως απόφοιτοι ελληνικών πανεπιστημίων με υψηλές επιδόσεις ή στελέχη επιχειρήσεων (άρθρο 41).
3. Προτείνονται ρυθμίσεις  με τις οποίες τροποποιούνται επιμέρους διατάξεις του π.δ. 106/2007 με το οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία  2004/38 σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν προκύψει από τη συνεργασία του Υπουργείου Εσωτερικών με την αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αποσκοπούν στην ορθότερη ενσωμάτωση και εφαρμογή της εν λόγω Οδηγίας (άρθρο 42).


ΚΑΤ` ΑΡΘΡΟΝ ΑΝΑΛΥΣΗ


Μέρος Πρώτο
Ρυθμίσεις για την τοπική ανάπτυξη, την αυτοδιοίκηση, την
αποκεντρωμένη διοίκηση
και λοιπές διατάξεις του Υπουργείου Εσωτερικών


Πρώτο Κεφάλαιο
Με το προτεινόμενο στο άρθρο 1 πρόγραμμα «Αυτοδιοίκηση- Κοινωνική Συνοχή- Ισόρροπη Ανάπτυξη (ΑΚΣΙΑ)» επιδιώκονται κρίσιμοι για την συγκυρία αλλά και για την προοπτική της χώρας στόχοι. Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να έχει άλλη αναπτυξιακή αποστολή εάν δεν στοχεύει στην Κοινωνική Συνοχή η οποία απειλείται υπό το καθεστώς στασιμότητας - ύφεσης. Η διασφάλιση της Κοινωνικής Συνοχής και των κοινωνικών οικονομικών και πολιτιστικών  δεσμών στην τοπική κοινωνία αποτελεί κεντρικό στόχο της Αυτοδιοίκησης. Η αλυσίδα από την Αυτοδιοίκηση στην Ανάπτυξη με κρίκους την Κοινωνική Συνοχή και την Ισόρροπή Ανάπτυξη είναι ο κεντρικός στόχος του προγράμματος  το οποίο γι` αυτό τον λόγο ονομάζεται Πρόγραμμα «ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ- ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΟΧΗ-ΙΣΟΡΡΟΠΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ (ΑΚΣΙΑ). Στόχος είναι ακριβώς αυτός, δηλαδή να δημιουργήσει την αξία που «προφέρει» το ακρωνύμιό του και να συμβάλλει στην προοπτική της χώρας.
Το Πρόγραμμα εξειδικεύεται στα ακόλουθα μέτρα:
α) Ο άξονας 1, ο οποίος περιλαμβάνει τα έργα που έχουν ήδη ενταχθεί στο Πρόγραμμα «ΘΗΣΕΑΣ» (άρθρο 6επ. ν.3274/2004), εκ των οποίων τα μεν επιλέξιμα έργα για το ΕΣΠΑ θα ενταχθούν προς χρηματοδότηση σε αυτό μέσω του Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης (ΕΦΔ), τα δε μη επιλέξιμα από το ΕΣΠΑ θα αποπληρωθούν από εθνικούς πόρους.
B) Ο άξονας 2, ο οποίος αφορά στη χρηματοδότηση εκτέλεσης μικρών και μεσαίων έργων τοπικής σημασίας μέσω των διαδικασιών αυτεπιστασίας.
ε)  Ο άξονας 3, ο οποίος αφορά στο Ειδικό Πρόγραμμα Εξυγίανσης των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, με ειδικότερα αντικείμενα:
·      Τη χρηματοδότηση δανείων των δήμων για τον ισοσκελισμό των προϋπολογισμών τους,
·      τη χρηματοδότηση παρεπόμενων συμφωνιών δανειακών συμβάσεων των δήμων για την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων τους
·      την εξασφάλιση χρηματοοικονομικών διευκολύνσεων προς δήμους, οι οποίοι θα ενταχθούν στο Ειδικό Πρόγραμμα Εξυγίανσης των Ο.Τ.Α.
Η χρηματοδότηση των δράσεων του Προγράμματος «Αυτοδιοίκηση – Κοινωνική Συνοχή – Ισόρροπη Ανάπτυξη» (ΑΚΣΙΑ) διενεργείται μέσω πόρων που προέρχονται από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, μέσω εθνικών πόρων, με τους οποίους το κράτος χρηματοδοτεί δραστηριότητες αρμοδιότητας των δήμων και περιφερειών, καθώς και με θεσμοθετημένους υπέρ της Τ.Α. πόρους, κυρίως αυτούς που προέρχονται από το φόρο ζύθου, το τέλος ακίνητης περιουσίας (ΤΑΠ) και το τέλος διαφήμισης.
Με τη διάταξη της παραγράφου 4 ορίζεται η συγκρότηση Επιτροπής Παρακολούθησης έργο της οποίας είναι η γενική εποπτεία και ο συντονισμός των επιμέρους τριών βασικών μέτρων του Προγράμματος δεδομένου ότι οι άξονες 1 και 3 έχουν ειδικές δομές παρακολούθησης και διοίκησης αλλά απαιτείται ο γενικός συντονισμός τον οποίο θα  ενεργεί η Επιτροπή Παρακολούθησης της παρούσας παραγράφου ώστε να διασφαλίζεται και η συμπληρωματικότητα μεταξύ των δράσεων των επιμέρους αξόνων του Προγράμματος. Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών και η συγκρότησή της γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι όροι και οι διαδικασίες λειτουργίας της Επιτροπής και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
Με τη διάταξη της περίπτωσης α) της παραγράφου 5 παρέχεται η δυνατότητα στον Υπουργό Εσωτερικών, ύστερα από γνώμη της ΚΕΔΕ να διαθέσει, με απόφασή του, μέρος των εσόδων των δήμων που κατατίθενται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και προέρχονται από την επιβολή του φόρου ζύθου (άρθρο 9 του ν.δ 703/1970, ΦΕΚ Α’ 219 και άρθρο 12 του ν.1080/1980, ΦΕΚ Α’ 246), του τέλους διαφήμισης της Κατηγορίας Δ’ (άρθρο 9, παρ. 6α του ν.2880/2001, ΦΕΚ Α’9) και του 15% του Τέλους Ακίνητης Περιουσίας (άρθρο 24, παρ.19 του ν.2130/1993, ΦΕΚ Α’62), για τη χρηματοδότηση του προγράμματος αυτεπιστασίας, αποδίδοντας τα σχετικά ποσά στους δήμους που το εκτελούν. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται, από οικονομικής πλευράς, η εκτέλεση του προγράμματος και παράλληλα προσδίδεται εν μέρει «ανταποδοτικός» χαρακτήρας στην ανωτέρω φορολογία.
Με τη διάταξη της περίπτωσης β) της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου παρέχεται η δυνατότητα της συγκέντρωσης των εσόδων από τους αντίστοιχους λογαριασμούς όπου συγκεντρώνονται οι πόροι της περίπτωσης α) και η μεταφορά τους σε νέο λογαριασμό που συστήνεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και από τον οποίο χρηματοδοτούνται οι δράσεις του προγράμματος της αυτεπιστασίας. Η κατανομή των πιστώσεων στους δικαιούχους ΟΤΑ γίνεται με χρηματική εντολή του Υπουργού Εσωτερικών, μετά από πρόταση της Επιτροπής της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου..

Με το προτεινόμενο άρθρο 2 αναγνωρίζεται η αρμοδιότητα των δήμων και των περιφερειών να  οργανώνουν υπηρεσία παροχής σίτισης  και ένδυσης για τους  απόρους κατοίκους τους που δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν στοιχειωδώς αυτές τις ανάγκες.  Πρόκειται για τον θεσμό του Κοινωνικού Παντοπωλείου που αρκετοί δήμοι και περιφέρειες αλλά και άλλοι φορείς  όπως η Εκκλησία έχουν ήδη οργανώσει για να αντιμετωπιστεί το διαρκώς  αυξανόμενο πρόβλημα της πτωχοποίησης μεγάλου μέρους του πληθυσμού λόγω της ενδημούσας οικονομικής κρίσης. Με το προτεινόμενο άρθρο παρέχεται η δυνατότητα στους ΟΤΑ στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται η ανάγκη προμήθειας ειδών για την σίτιση και την ένδυση των απόρων, δηλαδή όταν οι προσφορές ιδιωτών και επιχειρήσεων δεν επαρκούν, να προμηθεύονται τα είδη αυτά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί προμηθειών, όπως είναι για τους δήμους ο ΕΚΠΟΤΑ. Η βάση όμως του θεσμού του Κοινωνικού Παντοπωλείου είναι η συγκέντρωση των αναγκαίων ειδών με την εθελοντική προσφορά των πολιτών και την ενδυνάμωση της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Τη διαχείριση του  Κοινωνικού Παντοπωλείου παρακολουθεί και ελέγχει διαπαραταξιακή επιτροπή στην οποία μετέχουν αναλογικά όλες οι δημοτικές ή περιφερειακές παρατάξεις. Η επιτροπή οφείλει να παρουσιάζει έκθεση πεπραγμένων και οικονομικό απολογισμό κάθε εξάμηνο στην οικονομική επιτροπή. Η έκθεση και ο απολογισμός αναρτώνται στην ιστοσελίδα του δήμου ή της περιφέρειας. Τέλος, εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Εσωτερικών να ρυθμίσει με απόφασή του κάθε θέμα που αναφέρεται στη λειτουργία του κοινωνικού παντοπωλείου.


Δεύτερο Κεφάλαιο
Στο άρθρο 3 περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για τις νησιωτικές δημοτικές κοινότητες. Σημειώνεται ότι οι δήμοι που έχουν νησιώτικες δημοτικές κοινότητες είναι τέσσερις: Ο Δήμος Κέρκυρας (Διαπόντιοι Νήσοι ) Ο Δήμος Νάξου (Μικρές Κυκλάδες), ο Δήμος Λευκάδος  (Κάλαμος και Καστός) και ο Δήμος Κυθήρων (Αντικύθηρα).  Σε αυτούς προστίθεται και ο Δήμος  Θήρας με τη δημοτική κοινότητα της Θηρασίας (δεν ήταν πρώην ΟΤΑ). Το σύνολο των νησιών-δημοτικών κοινοτήτων είναι 11. 
Σύμφωνα με το άρθρο 207 του ν. 3852/2010, όπως ισχύει, ορίζεται ότι  για τις δημοτικές  κοινότητες  που εκτείνονται στα όρια ενός νησιού (τυγχάνουν μάλιστα να είναι και  δημοτικές ενότητες- πρώην ΟΤΑ) ο επιχώριος Αντιδήμαρχος προεδρεύει (χωρίς δικαίωμα ψήφου) στο Συμβούλιο της Δημοτικής Κοινότητας.  Έτσι στις δημοτικές κοινότητες  αυτής της κατηγορίας ουσιαστικά ο αιρετός πρόεδρός τους  δεν ασκεί τις απορρέουσες από τις σχετικές διατάξεις που ισχύουν για όλες τις δημοτικές κοινότητες αρμοδιότητές του αφού το σύνολο των αποφασιστικών αλλά και των αρμοδιοτήτων εκπροσώπησης ασκούνται από τον αντιδήμαρχο. Στην πράξη διαμορφώθηκε ένα σύστημα διαρχίας με πολλές συγκρούσεις αλλά και μεγάλο κόστος λειτουργίας. Εν συνεχεία ο νομοθέτης με το άρθρο 44 του ν.3979/2011 επεδίωξε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα  αντιστοίχησης των αντιδημάρχων με τους συμβούλους της πλειοψηφίας που εκ του νόμου εκλέγονται στην νησιώτικη δημοτική ενότητα  και  ορίζει ότι  στους νησιώτικους δήμους ο αριθμός των αντιδημάρχων   που  προκύπτει από τον πληθυσμό προσαυξάνεται με τον αριθμό των δημοτικών κοινοτήτων (αντί ενοτήτων που όριζε ο ν. 3852/2010 και συνεχίζει «Στις επιπλέον θέσεις των αντιδημάρχων, οι οποίοι ασκούν τις αρμοδιότητες τους σύμφωνα με το άρθρο 207 ορίζονται σύμβουλοι της πλειοψηφίας οι οποίοι έχουν εκλεγεί στην εκλογική περιφέρεια όπου ανήκει η νησιώτικη δημοτική κοινότητα και σε περίπτωση που δεν υπάρχει στην πλησιέστερη εκλογική περιφέρεια. Η ρύθμιση αυτή αντί να επιλύσει το πρόβλημα της διαρχίας  επέκτεινε την δυσλειτουργία αυξάνοντας και υπέρμετρα τον αριθμό των αντιδημάρχων, ενισχύοντας την επικάλυψη και την σύγκρουση αρμοδιοτήτων. 
Με την προτεινόμενη τροποποίηση και αντικατάσταση του άρθρου 207 του ν. 3852/2010 η δημοτική αρχή στο νησί-δημοτική κοινότητα εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο της Δημοτικής Κοινότητας  ο οποίος εν προκειμένω  έχει περισσότερες  ex lege αρμοδιότητες από τους υπολοίπους προέδρους των δημοτικών κοινοτήτων της χώρας  λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών διοίκησης και ενδοδημοτικής αποκέντρωσης που αναφέρονται στο νησί- δημοτική κοινότητα. Ο πρόεδρος της νησιώτικης δημοτικής κοινότητας ασκεί και τις αρμοδιότητες που ο νομοθέτης επιφυλάσσει για τον αντιδήμαρχο με τοπική αρμοδιότητα έτσι ώστε να εκπροσωπείται θεσμικά και διοικητικά η δημοτική αρχή στην νησιώτικη δημοτική κοινότητα.
Με το προτεινόμενο άρθρο 4 αντικαθίσταται το άρθρο 209 του ν.3852/2010 το οποίο επέκτεινε τα οριζόμενα στο άρθρο 206 του ίδιου νόμου για την διαδημοτική ή διαβαθμιδική συνεργασία  των νησιωτικών δήμων και στους ορεινούς δήμους χωρίς όμως να αποδίδονται σε αυτούς αρμοδιότητες αντίστοιχες των πρόσθετων αρμοδιοτήτων του άρθρου 204 του ν. 3852/2010. Εν τω μεταξύ ο νομοθέτης είχε ορίσει στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του ως ανωτέρω νόμου  τους χαρακτηριζόμενους ως ορεινούς δήμους με κριτήριο πέραν της ορεινότητας και τον μικρό πληθυσμό, δηλαδή είχε ορίζει 31 μικρούς δήμους, δηλαδή δήμους με πληθυσμός κάτω των 10.000 κατοίκων ως ορεινούς δήμους. Το κριτήριο της ορεινότητας αλλά οι προϋποθέσεις υπαγωγής στην κατηγορία των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών συνέτρεχαν και σε αρκετούς από τους υπόλοιπους δήμους της χώρας δεδομένης μάλιστα και του ορεινού  γεωγραφικού ανάγλυφου εκτεταμένων περιοχών της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ο περιορισμός του χαρακτηρισμού των ορεινών δήμων μόνο στους 31 μικρούς ορεινούς δήμους δεν επιτρέπει τον σχεδιασμό και την εφαρμογή πολιτικών ανάπτυξης όλου του ορεινού χώρου.
Με το προτεινόμενο άρθρο χαρακτηρίζονται ως ορεινοί –μειονεκτικοί όλοι οι δήμοι στους οποίους συντρέχουν οι προϋποθέσεις της Οδηγίας 85/148/ΕΟΚ περί τροποποίησης της Οδηγίας 81/645/ΕΟΚ περί του κοινοτικού καταλόγου των μειονεκτικών γεωργικών περιοχών κατά την έννοια της Οδηγίας  75/268.ΕΟΚ συμπεριλαμβανομένων και των ορεινών δήμων της παραγράφου 2  του άρθρου 1 του ν.3852/2010.
Στους ορεινούς μειονεκτικούς δήμους ανατίθεται μία δέσμη δέκα πρόσθετων αρμοδιοτήτων που συνάδουν με την ιδιαιτερότητα του ορεινού χώρου και την ορεινή τοπική ανάπτυξη. Αυτές τις αρμοδιότητες, στο μέτρο που απαιτούν πρόσθετες διοικητικές δομές, οι δήμοι τις ασκούν με διαβαθμιδική ή διαδημοτική συνεργασία έτσι ώστε να μην  επιβαρύνονται με προσωπικό που δεν είναι σε θέση να αποκτήσουν λόγω των περιορισμένων οικονομικών τους δυνατοτήτων και της δυσαναλογίας στην σχέση κόστους οφέλους.
Τέλος, για να ενισχυθεί ο ρόλος των ορεινών δήμων στην τοπική ανάπτυξη οι δήμοι στα όρια των οποίων η καταργηθείσες νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις είχαν αποκτήσει άδειες παραγωγής ενέργειας γίνονται κύριοι αυτών των αδειών.

Με το άρθρο 5 αναμορφώνεται το άρθρο 176 του ν.3852/2010 ώστε οι ρυθμίσεις που αφορούν τις αρμοδιότητες της οικονομικής επιτροπής των περιφερειών να εναρμονίζονται με τις αντίστοιχες του άρθρου 72 του ν. 3852/2010 που ρυθμίζει τις αρμοδιότητες της οικονομικής επιτροπής των δήμων.
Η οικονομική επιτροπή των περιφερειών αποκτά πλέον την αρμοδιότητα να ψηφίζει πιστώσεις και να αναθέτει σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις έργα, προμήθειες, συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ή και μελέτες αρμοδιότητα που δεν είχε έως τώρα με αποτέλεσμα να απαιτείται για την λήψη αποφάσεων τρέχουσας διοίκησης να συνέρχεται το περιφερειακό συμβούλιο ως όργανο που έχει το γενικό τεκμήριο αρμοδιότητας.
Επίσης, μεταξύ των άλλων, η οικονομική επιτροπή γίνεται πλέον το αρμόδιο όργανο για τη διαχείριση της περιουσίας της περιφέρειας  της μίσθωσης ακινήτων, της παραχώρησης χρήσης κ.ο.κ.

Στο προτεινόμενο άρθρο 6 περιέχονται ρυθμίσεις που αφορούν το σύστημα διακυβέρνησης των δήμων και των περιφερειών.
Πιο συγκεκριμένα: 
1. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 1 τροποποιείται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 59 του ν.3852/2010 και εξαλείφεται η υποχρέωση να ανατίθεται οπωσδήποτε σε αντιδήμαρχο η αρμοδιότητα για την διαφάνεια και την ηλεκτρονική διακυβέρνηση γεγονός που επιτρέπει είτε την άσκηση της αρμοδιότητας από τον ίδιο τον δήμαρχο λόγω της ιδιάζουσας σημασίας της για την εμπέδωση των νέων αρχών της χρηστής δημοτικής διακυβέρνησης είτε σε ανώτερο διοικητικό παράγοντα, όπως π.χ. ο Γενικός Γραμματέας του δήμου, όπου υπάρχει, δεδομένου ότι απαιτείται η συνεχής εμπέδωση των αρχών αυτών και των αντίστοιχων διαδικασιών στην υπηρεσιακή δομή του δήμου. Με την προτεινόμενη τροποποίηση της παραγράφου 7 του άρθρου 59 του ν.3852/2010 επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του δημάρχου ο ορισμός αναπληρωτή κωλυόμενου αντιδημάρχου είτε ενός εκ των υπολοίπων αντιδημάρχων είτε από τον ίδιο το δήμαρχο.
2. Με την προστιθέμενη στην παράγραφο 2 του  άρθρο 62 του ν.3852/2010 διάταξη προβλέπεται η αναπλήρωση του δημάρχου ως προέδρου της εκτελεστικής επιτροπής στην περίπτωση που λόγω κωλύματος ή απουσίας του δημάρχου κρίνεται από τον ίδιο αναγκαία η σύγκλιση της εκτελεστικής επιτροπής για την  λήψη αποφάσεων σχετικών με τις αρμοδιότητές τους. Στην περίπτωση αυτή προεδρεύει ο αντιδήμαρχος που έχει ορίσει ως αναπληρωτή του ο Δήμαρχος και σε περίπτωση που δεν έχει ορίσει ρητά αναπληρωτή προεδρεύει ο αντιδήμαρχος που έχει εγγραφεί πρώτος στην απόφαση διορισμού των αντιδημάρχων
3. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 3 διάταξη ορίζεται υποχρεωτικά η ανάρτηση της πρόσκλησης για την συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου να γίνεται την ίδια ημέρα που εκδίδεται η σχετική πρόσκληση έτσι ώστε να διασφαλίζεται ευχερέστερα η δημοσιότητα της συνεδρίασης και να ενημερώνονται εγκαίρως οι ενδιαφερόμενοι πολίτες και εκπρόσωποι  φορέων της τοπικής κοινωνίας προκειμένου να συμμετάσχουν ως παρατηρητές στη συνεδρίαση.
4. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 4 διάταξη εναρμονίζεται η διαδικασία δημοσιότητας των αποφάσεων της οικονομικής επιτροπής και της επιτροπής ποιότητας ζωής με εκείνη των αποφάσεων του δημοτικού συμβουλίου δηλαδή εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 97 του ν.3463/2006. Η μη ρητή αναφορά του νομοθέτη του ν. 3852/2010 στην εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων προκαλεί ασάφειες ως προς την  διαδικασία δημοσίευσης των αποφάσεων. Με την προτεινόμενη ρύθμιση καλύπτεται το σχετικό κενό νόμου.
5. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 5 διάταξη, που τροποποιεί και αντικαθιστά  την περίπτωση ιδ) της παραγράφου 1 του άρθρου 72 του ν.3852/2010, ορίζεται ότι εκτός της αποφασιστικής αρμοδιότητας για τον εξώδικο συμβιβασμό ή την κατάργηση δίκης με επίδικο αντικείμενο έως 30.000 ευρώ η οικονομική επιτροπή έχει εισηγητική αρμοδιότητα για τον εξώδικο συμβιβασμό ή την κατάργηση δίκης με επίδικο αντικείμενο άνω των 30.000 ευρώ. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση λαμβάνεται από το δημοτικό συμβούλιο μετά από εισήγηση της οικονομικής επιτροπής.
6. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 6 διάταξη ρυθμίζεται μία κρίσιμη ατέλεια του συστήματος διακυβέρνησης των περιφερειών όπου σήμερα δεν προβλέπεται, πέραν των δύο επιτροπών που ασκούν διοικητικές αρμοδιότητες και της οικονομικής επιτροπής, η δυνατότητα συγκρότησης επιτροπών εργασίας στο πλαίσιο του περιφερειακού συμβουλίου κατά αναλογία των επιτροπών του δημοτικού συμβουλίου με σκοπό την επεξεργασία προτάσεων, εισηγήσεων έτσι ώστε να οργανώνονται αποτελεσματικότερα οι εργασίες του περιφερειακού συμβουλίου και να εκπληρώνεται αποδοτικότερα η αποστολή του.
7. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 7 διάταξη εισάγεται για πρώτη φορά η αρμοδιότητα του περιφερειάρχη ως μονοπροσώπου οργάνου της περιφέρειας να αποφασίζει την απευθείας ανάθεση έργων, προμηθειών, συμβάσεων παροχής υπηρεσιών ή μελετών που δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 3316/2005 έως τα ποσά που ορίζει η εκάστοτε εκδιδόμενη από τον Υπουργό Οικονομικών απόφαση. Επίσης ανατίθεται στην οικονομική επιτροπή της περιφέρειας η ανάθεση έργων, προμηθειών, συμβάσεων παροχής υπηρεσιών και μελετών που δεν υπάγονται στις διατάξεις του ν. 3316/2005 έως του ποσού που ορίζει η παραπάνω απόφαση του Υπουργού Οικονομικών για την συνοπτική διαδικασία, δηλαδή τον πρόχειρο διαγωνισμό. Ανάλογες ρυθμίσεις ισχύουν για τους δήμους και είναι αναγκαία η αναλογική εφαρμογή τους και στις περιφέρειες.
8. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 8 ρύθμιση ορίζεται και η συμμετοχή των άμεσα εκλεγμένων αντιπεριφερειαρχών στο εκλεκτορικό σώμα που εκλέγει τον νέο περιφερειάρχη όταν για οποιοδήποτε λόγο παραμείνει κενή η θέση του περιφερειάρχη. Με την ισχύουσα και υπό αντικατάσταση διάταξη το εκλεκτορικό σώμα αποτελείται  μόνο από τους περιφερειακούς συμβούλους της πλειοψηφούσας περιφερειακής παράταξης αποκλειομένων των άμεσα εκλεγομένων αντιπεριφερειαρχών οι οποίοι δεν είχαν δικαίωμα να εκλεγούν στην κενή θέση του περιφερειάρχη ακόμη και εάν η πλειοψηφία του εκλεκτορικού σώματος έκρινε χρήσιμη για την λειτουργία της περιφέρειας την εκλογή ενός εξ αυτών. Με την προτεινόμενο διάταξη οι άμεσα εκλεγόμενοι αντιπεριφερειάρχες μετέχουν ως ισότιμα μέλη στο εκλεκτορικό σώμα έχοντας δικαίωμα και εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
9. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 9 διάταξη παρέχεται η δυνατότητα στις τρεις νησιώτικες περιφέρειες να οργανώνουν τις συνεδριάσεις των περιφερειακών συμβουλίων τους και με την τεχνική υποδομή της τηλεδιάσκεψης έτσι ώστε να μειώνονται οι μετακινήσεις οι οποίες συνεπάγονται κόστος και διάθεση χρόνου, κατάσταση που επιδεινώνεται επίσης από τις ιδιαίτερες  γεωγραφικές και συγκοινωνιακές συνθήκες των νησιώτικων περιοχών. Με την ισχύουσα σήμερα διάταξη η συνεδρίαση με τηλεδιάσκεψη επιτρεπόταν μόνο σε εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις. Τη δυνατότητα αυτή αποκτούν οι λοιπές μη νησιώτικες περιφέρειες δεδομένου ότι και σε αυτές σε συνθήκες ιδιαίτερες  όπου δεν επιτρέπεται η άμεση και ταχεία πρόσβαση στην έδρα της περιφέρειας υπάρχει η ανάγκη να διαξαχθεί συνεδρίαση μέσω της τηλεδιάσκεψης  δυνατότητα που δεν παρείχε στις εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις ο νομοθέτης. Με την προτεινόμενη διάταξη τα περιφερειακά συμβούλια των μη νησιώτικων περιφερειών σε κατεπείγουσες  περιπτώσεις μπορούν να συνεδριάζουν μέσω τηλεδιάσκεψης, διευκολύνοντας με αυτό τον τρόπο την άμεση λήψη των κρίσιμων λόγω κατεπείγοντος αποφάσεων.
10. Στην παράγραφο 10 περιέχονται οι εξής ρυθμίσεις:
α) Εισάγεται ρύθμιση με την οποία με απόφαση του Περιφερειάρχη μετά από γνώμη του Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων της έδρας της Περιφέρειας να μπορεί η μελέτη, εκτέλεση και συντήρηση τεχνικού έργου μίας περιφερειακής ενότητας να εκτελείται από τη Διεύθυνση Τεχνικών Έργων με χωρική αρμοδιότητα όλη τη Περιφέρεια ή άλλη Τεχνική Διεύθυνση της Περιφέρειας. Η ρύθμιση προτείνεται ώστε έργα μεγάλης σημασίας για την Περιφέρεια τα οποία όμως εμπίπτουν εντός των ορίων ενός νομού να μπορούν να εκτελούνται με αρμόδια υπηρεσία την Διεύθυνση Τεχνικών Έργων με χωρική αρμοδιότητα όλη τη Περιφέρεια ή άλλη Τεχνική Διεύθυνση της Περιφέρειας η οποία συνήθως είναι πληρέστερα στελεχωμένη και πλέον έμπειρη.
β) Επίσης προτείνεται ρύθμιση με την οποία με απόφαση του Περιφερειάρχη ύστερα από αιτιολογημένη πρόταση του Τεχνικού Συμβουλίου Δημοσίων Έργων της έδρας της Περιφέρειας δύνανται να συσταθούν πέραν του ανωτέρω Συμβουλίου και άλλα Τεχνικά Συμβούλια Δημοσίων Έργων με τοπική αρμοδιότητα μία ή περισσότερες Περιφερειακές Ενότητες. Τα εν λόγω Περιφερειακά Συμβούλια Δημοσίων Έργων μπορεί να συγκροτούνται κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες που προέρχονται από το φόρτο εργασίας και τυχόν γεωγραφικούς περιορισμούς, στις έδρες των περιφερειακών ενοτήτων. Η εν λόγω ανάγκη μπορεί να δημιουργηθεί εξαιτίας του γεγονότος ότι το Τεχνικό Συμβούλιο Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας είναι αρμόδιο για όλα τα έργα της Περιφέρειας (Έργα Περιφερειακών Ενοτήτων και έργα, που εκτελούνται από τη Δ/νση Τεχνικών Έργων της Περιφέρειας), τα έργα των Δήμων, καθώς και τα έργα των Νομικών Προσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με τη σύσταση επιμέρους Τεχνικών Συμβουλίων ανά μία ή περισσότερες Περιφερειακές Ενότητες, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο για την ταχύτερη προώθηση των έργων, αποφορτίζεται το Τεχνικό Συμβούλιο της έδρας της Περιφέρειας και ταυτόχρονα δημιουργούνται τα εντελώς απαραίτητα Συμβούλια.  
11. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 11 διάταξη παρέχεται η ευχέρεια στους αντιπεριφερειάρχες να αναθέτουν στους προϊσταμένους των υπηρεσιών της περιφέρειας που ανήκουν στους τομείς της μεταβιβασθείσας σε αυτούς από τον περιφερειάρχη αρμοδιότητας την υπογραφή  με εντολής τους  όλων  ή ορισμένων από τα εκδιδόμενα κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων έγγραφα αποφάσεων εκτός από την υπογραφή χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής. Με αυτή τη διάταξη επιτρέπεται η περαιτέρω μεταφορά ευθυνών υπογραφής σε υπηρεσιακούς παράγοντες της περιφέρειας έτσι ώστε νε μην επιφορτίζονται, εκτός του περιφερειάρχη και τα άλλα πολιτικά εκτελεστικά όργανα της περιφέρειας, με την διεκπεραίωση διοικητικών υποθέσεων ήσσονος ενδεχομένως σημασίας σε σχέση με άλλες πιο κρίσιμες διοικητικές υποθέσεις.
12. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 12 διάταξη συμπτύσσεται ο χρόνος εντός του οποίου ο Ελεγκτής Νομιμότητας οφείλει να ελέγξει την υποβληθείσα για έλεγχο νομιμότητα απόφαση οργάνου των ΟΤΑ και από 40 ημέρες περιορίζεται στις 20 ημέρες. Ο λόγος της τροποποίησης είναι η επιτάχυνση του ελέγχου νομιμότητας και η μείωση του χρόνο κατά τον οποίο η ειλημμένη απόφαση, παρότι είναι άμεσα εκτελεστή, βρίσκεται εν αμφιβολία. Ο χρόνος αυτός ουσιαστικά αποτρέπει τον ΟΤΑ να προβεί στην εκτέλεσή της και συνεπώς δημιουργούνται πολλά προβλήματα στην λειτουργία και στην υλοποίηση των προγραμμάτων δράσεις των δήμων και περιφερειών.  Η μείωση της προθεσμίας επιβάλλει την επιτάχυνση των διαδικασιών ελέγχου και συνεπώς την διασφάλιση της εφαρμογής των αποφάσεων σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την λήψη τους από τα αρμόδια αιρετά όργανα του δήμου ή της περιφέρειας.
13. Στην παράγραφο 13 προβλέπεται ότι από τις εκκρεμείς δίκες των πρώην Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, τις οποίες σύμφωνα με το άρθρο 283 παρ.2 του ν.3852/2010 συνεχίζουν οι περιφέρειες, εξαιρούνται οι εκκρεμείς δίκες που αφορούν πολεοδομικά θέματα αρμοδιότητας των πολεοδομικών γραφείων τα οποία ανήκουν πλέον στους δήμους. Οι εκκρεμείς δίκες που  έχουν ως αντικείμενο θέματα αρμοδιότητας των πολεοδομικών γραφείων συνεχίζονται πλέον από τους δήμους που έχουν αναλάβει την αντίστοιχη αρμοδιότητα
14. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 14 διάταξη επιτρέπεται η εγγραφή  όμοιων ή ομοειδών πιστώσεων σε διαφορετικούς κωδικούς αριθμούς του προϋπολογισμού  της Περιφέρειας εφόσον κάθε εγγραφή αναφέρεται σε διαφορετική περιφερειακή ενότητα. Η ρύθμιση αφορά κάθε είδος εγγραφής δηλαδή πιστώσεις για εκτέλεση έργων, προμηθειών, εργασιών ή μελετών και είναι αναγκαία διότι επιτρέπει την διενέργεια των διαδικασιών ανάθεσης  από τις διευθύνσεις τεχνικών υπηρεσιών των περιφερειακών ενοτήτων έτσι ώστε να επιτυγχάνονται ταχύτερες διαδικασίες, να αποφεύγονται οι μετακινήσεις προσωπικού για την διεκπεραίωση των διαδικασιών ανάθεσης και να καθίσταται ευχερέστερη η πρόσβαση των προμηθευτών και  εργοληπτών κάθε περιοχής στους διαγωνισμούς που έχουν τοπική αναφορά έτσι ώστε να ενισχύεται η τοπική οικονομία, ιδίως στις σημερινές συνθήκες της οικονομικής κρίσης.
15. Η διάταξη της παραγράφου 15 προτείνεται προκειμένου να αντιμετωπιστούν εκκρεμότητες  στην πληρωμή χρηματικών ενταλμάτων και στην διεκπεραίωση υποχρεώσεων που είχαν αναλάβει οι πρώην νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις πριν από  θέση σε ισχύ του προεδρικού διατάγματος 113/2010 για την περίοδο δηλαδή κατά την οποία οι αρχές των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων δεν ακολουθούσαν πλήρως τις προβλεπόμενες με τον μεταγενέστερο θεσμικό πλαίσιο του ως  άνω προεδρικού διατάγματος διαδικασίες ανάληψης  δαπάνης. Είναι επίσης αναγκαία η επέκταση της εφαρμογής της διάταξης έως την 30-4-2011, δηλαδή το πρώτο τετράμηνο της λειτουργίας των περιφερειών δεδομένου ότι δεν είχαν ψηφιστεί οι νέοι προϋπολογισμοί των περιφερειών και το προσωπικό, προερχόμενο από τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις ακολούθησε εν πολλοίς την πεπατημένη έως τότε και οικεία γι` αυτό διαδικασία. Με την προτεινόμενη διάταξη επιλύεται το πρόβλημα της αδυναμίας εκκαθάρισης και πληρωμής  των υπό εκκρεμότητα για τον προαναφερόμενο λόγο δαπανών έτσι ώστε νε συνεχιστεί απρόσκοπτα και απολύτως υπό το θεσμικό πλαίσιο του π.δ.113/2010 η οικονομική διαχείριση των περιφερειών, γεγονός που ισχύει ήδη σε όλες τις περιφέρειες μετά την 30.4.2011.
16. Με την παράγραφο 16 προβλέπεται ότι στους διαγωνισμούς για την προμήθεια καυσίμων για την κίνηση των υπηρεσιακών αυτοκινήτων οι κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών ταμείων επιβαρύνουν την αναθέτουσα αρχή.

 Στο άρθρο 7 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου περιέχονται ρυθμίσεις σχετικά με την καταστατική θέση των αιρετών.
Ειδικότερα:
1. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 1 διάταξη η ειδική άδεια των 60 ημερών χορηγείται και στους προέδρους των νομικών προσώπων των δήμων καθώς και στους προέδρους  των δημοτικών νομικών προσώπων που είναι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, Η ίδια άδεια χορηγείται και στον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου στους δήμους με πληθυσμό λιγότερο των 100.000 κατοίκων εφόσον σε αυτούς ο πρόεδρος δεν λαμβάνει την ειδική άδεια της παραγράφου 1 του άρθρου 93 του ν.3852/2010, δηλαδή για όλη τη διάρκεια της θητείας του.
2. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 2 διάταξη προστίθενται και οι αντιπρόεδροι των δημοτικών και τοπικών κοινοτήτων στους αιρετούς που είναι δημόσιοι υπάλληλου και υπάλληλοι του δημόσιου τομέα με κάθε σχέση εργασίας οι οποίοι δικαιούνται να μην μετατεθούν ή να μην αποσπαστούν  εκτός των διοικητικών ορίων του δήμου όπου έχουν εκλεγεί ή ένα υπηρετούν εκτός των ορίων αυτών να μετατεθούν ή να αποσπαστούν εντός των ορίων του δήμου στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά στους ως αιρετοί.
3. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 3 διάταξη θεσμοθετείται το δικαίωμα των δημοτικών συμβούλων που είναι εργαζόμενοι είτε του δημοσίου είτε του ιδιωτικού τομέα να λάβουν άδεια απουσίας από την εργασία τους εφόσον οι συνεδριάσεις του δημοτικού συμβουλίου ή των επιτροπών του δήμου διεξάγονται σε εργάσιμη ώρα και ημέρα. Με τη διάταξη διευκολύνεται η συμμετοχή των εργαζομένων δημοτικών συμβούλων στις λειτουργίες των οργάνων και κατά το ωράριο εργασίας τους χωρίς να έχει δικαίωμα ο εργοδότης να τους στερήσει αυτή τη δυνατότητα. Ως προς τις επιτροπές  το δικαίωμα ασκείται για όλες τις επιτροπές του δήμου, δηλαδή όχι μόνο για τις δύο διοικητικές, την οικονομική και τη ποιότητα ζωής αλλά και για τις επιτροπές εργασίας του δημοτικού συμβουλίου του άρθρου 70 του ν.3852/2010.
4. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 4 διάταξη αντιμετωπίζεται και καταστρώνεται μία λύση στο σημαντικό πρόβλημα της λειτουργίας της περιφερειακής αρχής στις νησιώτικες περιφερειακές ενότητες όπου υπάρχουν ήδη από παλαιά εγκατεστημένες περιφερειακές πλέον υπηρεσίες (τα παλαιά επαρχεία) και απαιτείται εκεί η συνεχής παρουσία ενός πολιτικού οργάνου για να εκπροσωπεί τον περιφερειάρχη και να επιλύει άμεσα θέματα της αρμοδιότητας και της λειτουργίας των περιφερειακών υπηρεσιών. Με την προτεινόμενη διάταξη παρέχεται η ευχέρεια στον περιφερειάρχη να αναθέσει αρμοδιότητες σε περιφερειακό σύμβουλο των περιφερειακών ενοτήτων δηλαδή σε περιφερειακό σύμβουλο που εκλέγεται στην αντίστοιχη νησιώτικη περιφερειακή ενότητα με περιοχή ευθύνης την ίδια περιφερειακή ενότητα. Αυτός ο περιφερειακός σύμβουλος που ουσιαστικά έχει μέρος των μέρος των κατά μεταβίβαση αρμοδιοτήτων του περιφερειάρχη, όμοιες αλλά μικρότερης γεωγραφικής και διοικητικής κλίμακας από εκείνες του αντιπεριφερειάρχη δικαιούται αντιμισθίας.  Η αντιμισθία είναι ίση με το τριάντα τοις εκατό (30%) της αντιμισθίας του αντιπεριφερειάρχη.
5. Με τη ρύθμιση της παραγράφου 5 στους περιφερειακούς συμβούλους που είναι μέλη της Επιτροπής Περιφερειών της Ευρώπης και του Ευρωπαϊκού Κογκρέσου Δήμων και Περιφερειών  παρέχεται άδεια απουσίας από την εργασία τους, είτε είναι εργαζόμενοι του δημοσίου είτε του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να μετάσχουν στις συνεδριάσεις. Η διάρκεια της άδειας περιλαμβάνει τις ημέρες συνεδρίασης και τις ημέρες μετάβασης και επιστροφής.
6. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 6 διάταξη τροποποιείται η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 236 του ν.3852/2010 ως προς το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος για το οποίο η πρωτόδικη απόφαση σε βάρος αιρετού επιφέρει το διοικητικό μέτρο της αργίας μόνο στις περιπτώσεις που έχει προκληθεί οικονομική ζημία στον δήμο, την περιφέρεια ή τα νομικά τους πρόσωπα.
7. Με τη διάταξη της παραγράφου 7 προτείνεται η προσθήκη εδαφίου στις παραγράφους 2α και 2β του άρθρου 236 του ν.3852/2010 ώστε να αποσαφηνιστεί η υποχρέωση του δήμου να καταβάλει αναδρομικά την αντιμισθία στον αιρετό οποίος αθωώθηκε  με τελεσίδικη απόφαση μετά από την θέση του σε αργία στις περιπτώσεις που ορίζει το άρθρο 236 του ν. 3852/2010. Ενώ ο νομοθέτης επιτάσσει την αποκατάσταση ως προς την προσμέτρηση του χρόνου της αργίας ως χρόνου θητείας η προτεινόμενη διάταξη είναι αναγκαία για να αποσαφηνιστεί ότι η αποκατάσταση συνεπάγεται και την αναδρομική καταβολή της αντιμισθίας που την είχε στερηθεί ο αποκατασταθείς αιρετός λόγω της θέσης σε αργία.
8. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 8 διάταξη οι πρόεδροι των δημοτικών συμβουλίων έχουν δικαίωμα ειδικής άδειας για το σύνολο της θητείας τους μόνο σε δήμους με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δικαιούνται άδεια εξήντα (60) ημερών όπως αναφέρεται στη παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Η προτεινόμενη ρύθμιση εκλογικεύει το καθεστώς των ειδικών αδειών που διαρκούν  για όλη τη διάρκεια της θητείας σε απολύτως αναγκαίες περιπτώσεις που επιβάλλεται από το φόρτο εργασίας του αιρετού, όπως αναντίρρητα είναι ο δήμαρχος και οι αντιδήμαρχοι.
9. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 9 διάταξη αφαιρείται από την ισχύουσα διάταξη ο πρόεδρος του περιφερειακού συμβουλίου και ισχύει μόνο για τους αντιπεριφερειάρχες  η ρύθμιση της παρ.5 του άρθρου 181 σύμφωνα με την οποία εάν ο μισθός της οργανικής του θέσης  υπολείπεται της αντιμισθίας του ως αντιπεριφερειάρχη, τότε αυτή αυξάνεται έως το ποσόν που υπολείπεται αλλά δεν μπορεί να υπερβεί το ποσόν της αντιμισθίας του περιφερειάρχη.

Στο άρθρο 8 περιέχονται ρυθμίσεις που αφορούν ζητήματα αρμοδιοτήτων των δήμων και των περιφερειών.
Ειδικότερα:
1. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 1 διάταξη η αρμοδιότητα για την ίδρυση ζωολογικών κήπων που είχε μεταβιβαστεί στους δήμους αφαιρείται από αυτούς λόγω της έλλειψης του κατάλληλου προσωπικού για την αποτελεσματική άσκησή της αλλά και λόγω της συνήθους υπερτοπικής σημασίας των ζωολογικών κήπων.
2. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 2 διάταξη η αρμοδιότητα της  χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία των ζωολογικών κήπων ανατίθεται στις περιφέρειες, καθώς και η σύσταση των γνωμοδοτικών επιτροπών και διενέργεια επιθεωρήσεων που προβλέπονται για την λειτουργία των ζωολογικών κήπων.
Επίσης ορίζεται ότι η αρμοδιότητα για τον έλεγχο των ζωοτροφών προκειμένου να διαπιστωθεί η  ύπαρξη γενετικά τροποποιημένων οργανισμών  εξακολουθεί να ασκείται από τις αποκεντρωμένες διοικήσεις μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012.
3. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 3 διάταξη περιλαμβάνονται και τα περιφερειακά προγράμματα στις πολιτικές απασχόλησης και κοινωνικής ενσωμάτωσης που ασκεί η περιφέρεια.
4. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 4 διάταξη αναδιατύπωνεται η διάταξη της παραγράφου 1 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου  210 ως προς το αναφερόμενο νομικό πλαίσιο της εποπτείας των οργανισμών λαϊκών αγορών Αθήνας – Πειραιά και Θεσσαλονίκης που αποτελεί πλέον αρμοδιότητα των αντίστοιχων μητροπολιτικών περιφερειών
5. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 5 διάταξη μετονομάζεται ο Οργανισμός Λαϊκών Αγορών Αθηνών και Πειραιώς σε Οργανισμό Λαϊκών Αγορών Αττικής και  περιλαμβάνει πλέον όλες τις λαϊκές αγορές της περιφέρειας Αττικής.
6. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 6 ρύθμιση παρέχεται η δυνατότητα και στους πρωτοβάθμιους ΟΤΑ που δραστηριοποιούνται στους τομείς υγείας και κοινωνικής μέριμνας και αλληλεγγύης, μέσω των υπηρεσιών τους ή νομικών τους προσώπων δημοσίου δικαίου και ιδρυμάτων, να προμηθεύονται τα αναγκαία είδη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για τους περιθαλπόμενους σε αυτά, από τα νοσοκομεία του ΕΣΥ ή από φαρμακευτικές εταιρίες στη νοσοκομειακή τιμή, όπως ισχύει και για τις Μονάδες Κοινωνικής Φροντίδας και τα αντίστοιχα ν.π.δ.δ. που εποπτεύονται και ελέγχονται από τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
7. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 7 διάταξη συμπληρώνεται η παράγραφος 1 του άρθρου 101 του ν. 3852/2010  ορίζοντας ρητά ως σκοπό των δικτύων τη διαμόρφωση και άσκηση πολιτικών για την ανάδειξη των κοινών στόχων των δήμων που μετέχουν σε αυτό. Επίσης στα δίκτυα μπορούν να μετέχουν και αναπτυξιακές εταιρίες των ΟΤΑ οι οποίες έχουν ως καταστατικό αντικείμενο τις πολιτικές που αποτελούν σκοπό του δικτύου.
8. Στην παράγραφο 8 ορίζεται ότι οι Περιφέρειες είναι αρμόδιες για τη σύναψη νέων συμβάσεων μεταφοράς μαθητών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 μέχρι 28.2.2012, στις περιπτώσεις που προέκυψαν κενά δρομολόγια λόγω αδυναμίας των μεταφορέων που είχαν συμβληθεί με αυτές ως προς την εκτέλεση του έργου της μεταφοράς. Οι νέες συμβάσεις συνάπτονται με τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης.
Στην ίδια παράγραφο προβλέπεται επίσης ότι συμβάσεις μεταφοράς μαθητών που συνάφθηκαν μετά από την 1.9.2011, χωρίς να αποτελούν παρατάσεις των συμβάσεων που είχαν συναφθεί κατά το σχολικό έτος 2010-2011 από τις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις, παρατείνονται μέχρι την 28.2.2012.
9. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 9 αναδιατύπωση της  παραγράφου 1 του άρθρου 100 του ν.3852/2010 προβλέπεται πλέον και η συμμετοχή όλων των επιχειρήσεων των ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού ως κυρίων συμβαλλομένων στις προγραμματικές συμβάσεις έτσι ώστε να καθίσταται αποτελεσματικότερη η αξιοποίηση του θεσμικού εργαλείου των προγραμματικών συμβάσεων.
10. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 10 διάταξη μπορούν να μετέχουν ως κύριοι συμβαλλόμενοι και οι περιφέρειες στις προγραμματικές συμβάσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 100 του ν.3852/2010, δηλαδή στις συμβάσεις πολιτιστικού περιεχομένου.
11. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 11 επιλύεται το κρίσιμο πρόβλημα της έλλειψης οικοδομικών αδειών από δημόσια και δημοτικά κτίρια και σχολεία τα οποία παρότι είχαν κατασκευαστεί με τις νόμιμες διαδικασίες διαγωνισμού και με βάση τις σχετικές τεχνικές μελέτες εντούτοις δεν είχε εκδοθεί η προβλεπόμενη οικοδομική άδεια με αποτέλεσμα να καθίσταται δυσχερής η διαδικασία νομιμοποίησής τους. Προκειμένου να αποκατασταθεί αυτή η διοικητική ατέλεια τα ανωτέρω κτίρια υπάγονται στις διατάξεις του ν.4014/2011 και νομιμοποιούνται. Εάν όπως η χρήση τους ως δημοσίων κτιρίων ή ως διδακτηρίων έχει προέλθει από αλλαγή χρήσης ή από δωρεά και συνεπώς δεν υφίστανται οι σχετικές τεχνικές μελέτες τότε απαιτείται βεβαίωση της στατικής επάρκειας έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η νομιμοποίησή τους με την υπαγωγή στον ν.4014/2011.
12. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 12 διάταξη το έργο της επιτροπής καταλληλότητας και της επιλογής οικοπέδου για την ανέγερση διδακτηρίου διαχωρίζεται από το έργο της εκτίμησης της αξίας του συγκεκριμένου οικοπέδου. Η επιτροπή καταλληλότητας και επιλογής οικοπέδου περιορίζεται στο έργο της αξιολόγησης της καταλληλότητας και προτείνει την επιλογή ενώ η εκτίμηση της αξίας γίνεται από την επιτροπή του άρθρου 186 του ν.3463/2006 η οποία προβλέπεται για την εκτίμηση της αξίας των υπό εκποίηση ακινήτων καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση εκτίμησης της αξίας ακινήτων είτε για μίσθωση είτε για αγορά.

Στο άρθρο 9 περιέχονται ρυθμίσεις που αφορούν οικονομικά ζητήματα των δήμων.
Ειδικότερα:
1. Η ρύθμιση της παραγράφου 1 κρίνεται απαραίτητη προκειμένου σχετικά παραστατικά που υφίστανται στην οικονομική διαχείριση των Σχολικών Επιτροπών από δαπάνες μισθοδοσίας και ασφάλισης στο ΙΚΑ του προσωπικού καθαριότητας των σχολείων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ/τος 164/2004, να θεωρούνται νόμιμα δικαιολογητικά των ετησίων απολογισμών τους από το διοικητικό τους συμβούλιο, το οικείο δημοτικό συμβούλιο, καθώς και το Ελεγκτικό Συνέδριο.
2. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 2 διάταξη αυξάνεται από 100.000 ευρώ σε 200.000 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, το όριο των δαπανών των δημοσίων συμβάσεων που συνάπτουν οι ΟΤΑ και τα νομικά τους πρόσωπα και οι οποίες από το όριο αυτό και άνω πρέπει υποχρεωτικά να υποβάλλονται για προσυμβατικό έλεγχο στον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
3. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 3 διάταξη επιτρέπεται η ανάθεση εργασιών για την μαγνητοφώνηση, μαγνητοσκόπηση και απομαγνητοφώνηση και αναπαραγωγή των πρακτικών των συνεδριάσεων του δημοτικού συμβουλίου, της οικονομικής επιτροπής και της επιτροπής ποιότητας ζωής των δήμων εφαρμοζομένων των διατάξεων περί ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών. Με αυτή τη διάταξη αίρεται η αμφιβολία περί της αρμοδιότητας των δήμων να αναθέτουν συμβάσεις αυτού του περιεχομένου όταν δεν διαθέτουν κατάλληλο εξοπλισμό και το αναγκαίο προσωπικό για την τεχνική υποστήριξη της λειτουργίας των συλλογικών τους οργάνων.
4. Στην παράγραφο 4 προβλέπεται ότι με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δημοτικού συμβουλίου,  που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του, επιτρέπεται η μείωση του ύψους των μισθωμάτων ακινήτων που εκμισθώνουν οι δήμοι με συμβάσεις που έχουν συναφθεί έως την1η Ιουνίου 2010, κατόπιν σχετικής αίτησης του μισθωτή, στην οποία θα προβάλλονται ειδικοί και ορισμένοι λόγοι και εφόσον το μίσθωμα δεν είναι ήδη χαμηλό σύμφωνα με τις τιμές αγοράς. Το ποσοστό της μείωσης καθορίζεται βάσει αντικειμενικών στοιχείων και οικονομικών συνθηκών της αγοράς και  δεν μπορεί να υπερβαίνει το 20% του μισθώματος που καταβάλλεται. Η διάρκεια της μείωσης δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος και δύναται να ανανεώνεται με όμοια απόφαση του δημοτικού συμβουλίου ανά έτος, εφόσον συνεκτιμηθούν οι  επικρατούσες οικονομικές συνθήκες. Τα προηγούμενα εδάφια της παρούσας παραγράφου ισχύουν αναλόγως και για τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των δήμων. Οι ανωτέρω αποφάσεις του δημοτικού ή διοικητικού συμβουλίου υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας.
5. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 5 διάταξη το εργολαβικό όφελος στα δημοτικά έργα ορίζεται ενιαία σε ποσοστό 18% ανεξάρτητα από την πηγή των χρηματοδοτήσεων διευκολύνοντας έτσι την αποδοτική διαχείριση των δημοτικών πόρων.
6. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 6 διάταξη επεκτείνεται η εφαρμογή της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν.4038/2012 για την ρύθμιση των βεβαιωθέντων ληξιπρόθεσμων οφειλών των φυσικών ή νομικών προσώπων προς το ελληνικό δημόσιο και για την ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τους ΟΤΑ. Εξουσιοδοτούνται επίσης οι Υπουργοί Οικονομικών και Εσωτερικών να ρυθμίσουν  κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στους ΟΤΑ. Με τη προτεινόμενη διάταξη επιδιώκεται η  ενίσχυση της ικανότητας των ΟΤΑ να εισπράξουν τα έσοδά τους όπως εξάλλου είναι υποχρεωμένοι να κάνουν διευκολύνοντας παράλληλα τους οφειλέτες να διακανονίσουν τις οφειλές με τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτή η καταβολή τους στις σημερινές συνθήκες της οικονομικής κρίσης.
7. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 7 ρύθμιση συμπληρώνεται το π.δ. 75/2011 ως προς την σύνταξη του ετήσιου προϋπολογισμού και του απολογισμού των περιφερειακών ενώσεων δήμων και τον έλεγχό τους από την οικεία αποκεντρωμένη διοίκηση.
8. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 8 διάταξη προβλέπεται η υποβολή για προληπτικό έλεγχο των αποζημιώσεων ή των αντιμισθιών των αιρετών μόνο του πρώτου χρηματικού εντάλματος της καταβολής και όχι των υπολοίπων. Το ίδιο ισχύει και όταν επέρχονται μεταβολές οπότε υποβάλλεται το πρώτο χρηματικό ένταλμα κάθε μεταβολής. Με τον τρόπο αυτό μειώνεται εναρμονίζεται ο προληπτικός έλεγχος των επαναλαμβανομένων πληρωμών όπως ισχύει για την μισθοδοσία του μονίμου προσωπικού καθώς πλέον και του συνόλου του προσωπικού σύμφωνα με το π.δ. 136/2011
9. Στην προτεινόμενη παράγραφο 9 προβλέπεται ότι οι προμήθειες των υλικών που ενσωματώνονται στα έργα αυτεπιστασίας των Ο.Τ.Α. Α’ Βαθμού δεν εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του ν.2286/95 και μπορούν να ανατίθενται με τις διαδικασίες των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών ανά κωδικό είδους του Ενιαίου Προγράμματος Προμηθειών για το σύνολο των έργων που εκτελούνται από τον Δήμο με αυτεπιστασία εντός του οικονομικού έτους.
10. Με τη ρύθμιση της παραγράφου 10 η παράγραφος 1(α) του άρθρου 11 του π.δ/τος 171/1987 αναδιατυπώνεται ως εξής: «Αν ο εργοδότης διαθέτει ή μπορεί να μισθώσει από το Δημόσιο ή από Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή από κατασκευαστικές επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α. τεχνικό εξοπλισμό και σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η μίσθωσή του από τους ανωτέρω φορείς, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, να μπορεί να εξασφαλισθεί από τον ιδιωτικό τομέα με τη σύναψη δημόσιας σύμβασης, καθώς και αν μπορεί να διασφαλίσει το απαιτούμενο εργατοτεχνικό προσωπικό».
11. Στην προτεινόμενη παράγραφο 11 προβλέπεται ότι στον προϋπολογισμό των δήμων και των δημοτικών ή διαδημοτικών ΝΠΔΔ, οι πιστώσεις για την πληρωμή οφειλών που προέρχονται από παρελθόντα οικονομικά έτη, εγγράφονται στους κωδικούς αριθμούς της κατηγορίας εξόδων 81 «Πληρωμές που αφορούν υποχρεώσεις από παρελθόντα οικονομικά έτη» του τύπου του προϋπολογισμού (ΚΥΑ 7028/2004, ΦΕΚ 253/Β, όπως ισχύει), όπως ειδικότερα ορίζεται κάθε φορά στην κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 4 του άρθρου 175 του ΔΚΚ. Διαφορετικές ρυθμίσεις της ισχύουσας νομοθεσίας δεν έχουν εφαρμογή στους προϋπολογισμούς των ανωτέρω φορέων.

Στο άρθρο 10 περιέχονται ρυθμίσεις που αφορούν τις επιχειρήσεις των ΟΤΑ.
Ειδικότερα:
1. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 1 διάταξη οι δήμοι και οι περιφέρειες αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις για την καταβολή οφειλών των λυθέντων ή υπό εκκαθάριση επιχειρήσεών τους προς το Ελληνικό Δημόσιο και το ΙΚΑ εφόσον αυτές έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες, ανεξαρτήτως εάν βεβαιώθηκαν ή όχι, έως την 31 Δεκεμβρίου 2010. Πρόκειται δηλαδή για υποχρεώσεις  μη λειτουργουσών πλέον επιχειρήσεων που ανήκαν στους συνενωθέντες ΟΤΑ. Ήδη με άλλες διατάξεις του ν.3852/2010 το προσωπικό αυτών των επιχειρήσεων περιήλθε στις νέες επιχειρήσεις που προέκυψαν από συγχωνεύσεις υφισταμένων ή στο ίδιο το νομικό πρόσωπο του δήμου ή της περιφέρειας. Αναλαμβάνοντας τις υποχρεώσεις αυτές ο δήμους ή η περιφέρεια καθίσταται δυνατή η εκπλήρωσή τους δεδομένου ότι σε κάθε άλλη περίπτωση αυτή καθίσταται αδύνατη. Για την διευκόλυνση των δήμων και των περιφερειών αφαιρούνται οι προσαυξήσεις, πρόσθετοι φόροι και τα πρόστιμα που είχαν επιβαρύνει τις ανωτέρω υποχρεώσεις δεδομένου ότι η καταβολή της αρχικής οφειλής (χωρίς της επιβαρύνσεις) είναι υποχρεωτική για τον δήμο και την περιφέρεια.
2. Με τη προτεινόμενη στην παράγραφο 2 διάταξη δίδεται λύση στο πρόβλημα της μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών μετατροπής επιχειρήσεων των ΟΤΑ σε ανώνυμες εταιρίες ΟΤΑ σύμφωνα με το π.δ. 410/1995 καθώς και  της διαδικασίας λύσης τους σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3463/2006. Οι διαδικασίες μετατροπής ή λύσης αντίστοιχα θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί έως την 31 Δεκεμβρίου 2010. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό δεν κατέστη δυνατόν ενώ είχαν ξεκινήσει οι προβλεπόμενες στον νόμο διαδικασίες, όπως π.χ. είχαν ληφθεί αποφάσεις των δημοτικών συμβουλίων αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί ο έλεγχος νομιμότητας ή η διαδικασία δημοσίευσης κ.ο.κ. Η προτεινόμενη διάταξη στην περίπτωση α) αναφέρεται σε εκείνες τις επιχειρήσεις των οποίων η μετατροπή ολοκληρώθηκε μετά την 31 Δεκεμβρίου 2010, και πάντως έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, για τις οποίες ορίζει ότι λειτουργούν νόμιμα. Η περίπτωση β) αναφέρεται στις επιχειρήσεις των οποίων δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία μετατροπής και ορίζεται νέα προθεσμία έως την 30η Ιουνίου 2012 προκειμένου να ολοκληρωθεί η μετατροπή. Διαφορετικά, μετά το πέρας της νέας προθεσμίας οι επιχειρήσεις των οποίων δεν ολοκληρώθηκε η μετατροπή λύονται και τίθενται σε εκκαθάριση.
3. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 3 διάταξη ορίζεται ότι οι πράξεις που αφορούν σύσταση, τροποποίηση και λύση των δημοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων  λαμβάνονται από το δημοτικό συμβούλιο και δημοσιεύονται με ευθύνη του δήμου μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου νομιμότητας. Δηλαδή δεν απαιτείται πλέον η Απόφαση του οικείου Γραμματέα της Αποκεντρωμένης  Διοίκησης γεγονός που προκαλούσε αρκετές καθυστερήσεις στην έκδοση των πράξεων λόγω της συσσώρευσης πολλών σχετικών πράξεων αλλά και λόγω της προηγηθείσας διαδικασίας του ελέγχου νομιμότητας που καθιστά περιττή την πράξη του Γενικού Γραμματέα. Όσες πάντως έχουν δημοσιευθεί έως τώρα με την ισχύουσα διαδικασία θεωρούνται νόμιμες
4. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 4 προσθήκη στο άρθρο 225, παράγραφος 1, του ν. 3852/2010 ορίζονται ρητά οι πράξεις των οργάνων των ΔΕΥΑ που αποστέλλονται για έλεγχο νομιμότητας και αναφέρονται στην οικονομική διαχείριση και τη διαχείριση έργων, προμηθειών και μελετών. Με αυτή την ρύθμιση μειώνεται ο όγκος των υποβαλλομένων πράξεων και περιορίζεται σε εκείνες που είναι κρίσιμες σημασίας ενώ παράλληλα παρέχεται η ευχέρεια στον Ελεγκτή Νομιμότητας και τις υπηρεσίες του να ασκήσουν ουσιαστικότερο έλεγχο σε αυτές τις πράξεις.
5. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 5 διάταξη στους δήμους όπου λειτουργεί μόνο μία ΔΕΥΑ ως προυπάρχουσα πριν την συνένωση με βάση τον ν. 3852/2010 ή μία ΔΕΥΑ μετά από την συγχώνευση, η αρμοδιότητα αυτής επεκτείνεται υποχρεωτικά σε όλη την εδαφική περιφέρεια του δήμου, δηλαδή ακόμη και στις δημοτικές ενότητες  στις οποίες πριν από τη συνένωση των δήμων δεν λειτουργούσε ΔΕΥΑ. Με τη διάταξη αυτή ορθολογικοποιείται και ενοποιείται η άσκηση των αρμοδιοτήτων που ανήκουν στις ΔΕΥΑ και ολοκληρώνεται η διαδικασία συγκρότησης του νέου « καλλικρατικού» δήμου.
6. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 6 διάταξη εξουσιοδοτούνται οι Υπουργοί Εσωτερικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να εκδώσουν Κοινή Υπουργική Απόφαση με την οποία καθορίζουν τον τρόπο και τα αναγκαία δικαιολογητικά για τον προληπτικό έλεγχο των δαπανών των δημοτικών επιχειρήσεων που υπάγονται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Έως σήμερα το Ελεγκτικό Συνέδριο ασκούσε τον προληπτικό έλεγχο με τις Υπηρεσίες Επιτρόπου για τις δαπάνες των δήμων οι οποίοι όμως εφαρμόζουν το δημόσιο λογιστικό. Η άσκηση του προληπτικού ελέγχου και στις δημοτικές επιχειρήσεις επιτάσσει την προσαρμογή του ελέγχου σε δαπάνες που δεν υπάγονται στο δημόσιο λογιστικό. Η έκδοση της ΚΥΑ της παρούσας παραγράφου θα καταστήσει δυνατή την ουσιαστική άσκηση του προληπτικού ελέγχου στις δημοτικές επιχειρήσεις. Τέλος με την παρούσα διάταξη ορίζεται και για τις δημοτικές επιχειρήσεις το όριο των 5.000 ευρώ και άνω για τα χρηματικά εντάλματα που υποβάλλουν  για έλεγχο όπως εξάλλου ισχύει με το π.δ.136/2011 και για τους δήμους.
7. Σύμφωνα με το άρθρο 269 ΚΔΚ, όπως ισχύει, όσες επιχειρήσεις ΟΤΑ του π.δ.410/1995 δεν προσάρμοσαν το καταστατικό τους στις διατάξεις του ΚΔΚ έως 31.12.2010, λύονται και τίθενται υπό εκκαθάριση. Τα προβλεπόμενα στην εν λόγω διάταξη αφορούσαν και τα ΔΗΠΕΘΕ. Επίσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.16 του άρθρου 283 του ν.3852/2010, όπως ισχύει, τα ΔΗΠΕΘΕ εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τη νομοθεσία που τα διέπει κατά τη δημοσίευση του παρόντος.
Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 7 ρύθμιση επιδιώκεται, αφενός, η άρση των αμφισβητήσεων που προκλήθηκαν κατά την εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, και, αφετέρου, η τακτοποίηση έως την 31.12. 2012, της νομικής μορφής και της λειτουργίας των ΔΗΠΕΘΕ.
8. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 8 ρύθμιση τα πρόσωπα που ορίζονται εκκαθαριστές των δημοτικών επιχειρήσεων ή και επιχειρήσεων των τέως νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων που περιήλθαν στις περιφέρειες  δεν διώκονται ποινικώς, δεν υπόκεινται σε προσωπική κράτηση, ούτε υπέχουν οποιαδήποτε αστική ή άλλη ατομική ευθύνη για χρέη των φορέων αυτών προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαίωσης τους. Δεν μπορούν να οριστούν ως εκκαθαριστές πρόσωπα που έχουν ασκήσει Διοίκηση ή έχουν υπάρξει υπάλληλοι  στις υπό εκκαθάριση δημοτικές επιχειρήσεις.
Το ύψος της αποζημίωσης των εκκαθαριστών προσδιορίζεται με την ίδια απόφαση του ορισμού τους από το δημοτικό συμβούλιο και βαρύνει τον προϋπολογισμό του οικείου ΟΤΑ. Το ίδιο ισχύει και για τις επιχειρήσεις του επομένου άρθρου του παρόντος νόμου
9. Με την παράγραφο 9 το τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 111 του ν. 3852/2010 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:  «Για τις λοιπές διαδημοτικές επιχειρήσεις, εξακολουθεί να ισχύει η παράγραφος 9 του άρθρου 269 του ν.  3463/2006».
10. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 10 διάταξη οι ΔΕΥΑ  ή οι δήμοι που παρέχουν υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης μπορούν να ορίσουν σε νέα βάση τα πάγια τέλη τους και ειδικότερα να καθορίσουν μηνιαίο πάγιο τέλος το οποίο να βασίζεται στην κάλυψη των δαπανών για το ελάχιστο κόστος λειτουργίας  του δικτύου ύδρευσης και αποχέτευσης. Το πάγιο τέλος αποφασίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο και εγκρίνεται από το δημοτικό συμβούλιο, στις περιπτώσεις των ΔΕΥΑ. Σκοπός της παρούσας διάταξης είναι η διασφάλιση όρων βιωσιμότητας στις ΔΕΥΑ και στις Υπηρεσίες Ύδρευσης και Αποχέτευσης των δήμων αλλά και ορθολογικής διαχείρισης των εσόδων τους προκειμένου να ενισχύσουν το επενδυτικό έργο τους στις κρίσιμες αυτές υποδομές για την ποιότητα ζωής.
11. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 11 διάταξη παρέχεται η δυνατότητα στο διοικητικό συμβούλιο της ΔΕΥΑ να καθορίζει ειδικό τιμολόγιο για τις ευπαθείς ομάδες των καταναλωτών, όπως άποροι, άτομα με αναπηρία, πολύτεκνες οικογένειες αρκεί το τιμολόγιο αυτό να βασίζεται σε ενιαία και αντικειμενικά κριτήρια έτσι ώστε να μην δημιουργούνται νέες κοινωνικές ανισότητες. Το ειδικό τιμολόγιο εγκρίνεται από το δημοτικό συμβούλιο.
12. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 12 διάταξη οι πιστώσεις που αποδίδονται ετησίως στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Υδρευσης – Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) από το Υπουργείο Εσωτερικών, από 1.1.2011 βαρύνουν αποκλειστικά τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους των δήμων. Εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Εσωτερικών να εκδώσει Υπουργική Απόφαση, ύστερα από γνώμη της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας με την οποία θα ρυθμίζεται σε ετήσια βάση το  ύψος των πιστώσεων, η διαδικασία κατανομής τους και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια
13. Με την προτεινόμενη διάταξη στη παράγραφο 13 επιτρέπεται η χρηματοδότηση κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης από τον οικείο δήμο προκειμένου να καταστεί δυνατή η κάλυψη των αναγκαίων δαπανών της όταν τα έσοδα υπολείπονται των αναγραφομένων στον προϋπολογισμό της. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του δημοτικού συμβουλίου.
14. Με την προτεινόμενη διάταξη στη παράγραφο 14 επεκτείνεται η ανάληψη των οφειλών προς τους εργαζόμενούς τους και στο Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και τρίτους, και στις οφειλές που έχουν ανώνυμες εταιρίες των ΟΤΑ στις οποίες είναι αποκλειστικά μέτοχοι οι ΟΤΑ  καθώς και σε νομικά πρόσωπα τους  εφόσον πρόκειται να λυθούν  και να τεθούν υπό εκκαθάριση μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2012. Με τη ρύθμιση αυτή οι  δήμοι με απόφαση του δημοτικού τους συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών έχοντας διασφαλίσει τη δυνατότητα ανάληψης των οφειλών και ικανοποίησης των δανειστών της επιχείρησης μπορούν να προχωρήσουν στη λύση επιχειρήσεων και νομικών προσώπων που έχουν καταστεί ζημιογόνα.


Με την  προτεινόμενη στο άρθρο 11 ρύθμιση δεν επιτρέπεται η μεταφορά της δραστηριότητας των δημοτικών επιχειρήσεων ραδιοφωνίας και τηλεόρασης όταν αυτές λύονται. Μπορεί όμως με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου λαμβανομένη με την απόλυτη πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του να μεταφερθεί προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον δήμο και τα νομικά τους πρόσωπα εφόσον διαπιστώνεται η αναγκαιότητα αυτού του προσωπικού. Το προσωπικό μεταφέρεται σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και καταλαμβάνει θέσεις ανάλογες με την ειδικότητά του  και τα προσόντα του και σύμφωνα με τις οργανικές διατάξεις του φορέα υποδοχής. Η προϋπηρεσία λαμβάνεται υπόψη. Η απόφαση λύσης των δημοτικών επιχειρήσεων αυτής της κατηγορίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης έως την 31.12.2012.
Οφειλές των ανωτέρω επιχειρήσεων προς το Ελληνικό Δημόσιο, τα ασφαλιστικά ταμεία και προς τρίτους, περιλαμβανομένων και των δεδουλευμένων αποδοχών του προσωπικού τους, ανεξαρτήτως εάν αυτό μεταφέρεται ή όχι, μπορούν να καταβάλλονται από τον οικείο ΟΤΑ, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά το στάδιο της εκκαθάρισής τους, ή μετά το πέρας αυτής, έπειτα από σχετική εισήγηση των εκκαθαριστών και αιτιολογημένη απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.

Στο άρθρο 12 περιέχονται ρυθμίσεις που αφορούν θέματα προσωπικού των ΟΤΑ.
Ειδικότερα:
1. Δεδομένου ότι από καμία διάταξη νόμου δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη για απόσπαση ειδικού ένστολου προσωπικού δημοτικής αστυνομίας λόγω συνυπηρέτησης με συζύγους στρατιωτικούς των Ενόπλων Δυνάμεων, ένστολους Ελληνικής Αστυνομίας, ένστολους του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος κρίνεται η απαραίτητη και προωθείται με τη ρύθμιση της παραγράφου 1 η αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 3257/2004.
2. Σε σχέση με τη ρύθμιση της παραγράφου 2 σημειώνονται τα ακόλουθα:
Η ιδιομορφία των ΟΤΑ α΄ βαθμού ως φορέων της τοπικής αυτοδιοίκησης ασκούντων μια σειρά από αρμοδιότητες οι οποίες α) χαρακτηρίζονται από περιοδικότητα, β) δύνανται να διαφοροποιούνται και ανά περιοχή, γ) έχουν άμεσο αντίκτυπο στους δημότες και κατοίκους, οδήγησε διαχρονικά στην ανάγκη θέσπισης κατά παρέκκλιση ειδικών διατάξεων για την πρόσληψη του προσωπικού που καλείται να εκτελέσει τις αρμοδιότητες αυτές, προκειμένου αφενός να είναι έμπειρο και εξειδικευμένο, αφετέρου να μπορεί να απασχολείται περιοδικά και ευέλικτα.
Με το ν.3584/2007 «Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων» κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις αυτές. Ειδικότερα, με το άρθρο 210 ρυθμίστηκαν τα σχετικά με την πρόσληψη εργατικού και τεχνικού προσωπικού (έως 5 ημερομίσθια το μήνα).
Ωστόσο, με τις διατάξεις του ν.3812/2009 καταργήθηκε κάθε διάταξη με την οποία παρεχόταν δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού ορισμένου χρόνου εκτός των κριτηρίων και της διαδικασίας του ν.2190/94 όπως ισχύει, με μόνη εξαίρεση την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη εκτάκτων αναγκών λόγω πλημμυρών, σεισμών, λήψης κατασταλτικών ή προληπτικών μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας, με διάρκεια σύμβασης έως οκτώ (8) μήνες, ή κατεπειγουσών ή εποχικών ή πρόσκαιρων αναγκών η διάρκεια των οποίων δεν υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες.
Μεταβατικά, προκειμένου οι φορείς να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς προσλήψεων, με τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ.1β του ν.3812/2009 δόθηκε η δυνατότητα εξαίρεσης, με την έκδοση Υπουργικής Απόφασης, ειδικών κατηγοριών προσωπικού ορισμένου χρόνου από τις διατάξεις του ν.2190/94, αλλά μόνο για το έτος 2010. Σε αυτό το πλαίσιο το Υπουργείο προχώρησε στην έκδοση της αριθμ.οικ.14127/29-3-2010 Απόφασης (353/Β΄), με την οποία εξαιρέθηκαν έως 31-12-2010 από τα οριζόμενα στο ν.2190/94 όπως ισχύει, μεταξύ άλλων, και οι προσλήψεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 210 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων.
Ωστόσο, η ανάγκη εξαίρεσης του ως άνω προσωπικού από τη διαδικασία και τα κριτήρια του ΑΣΕΠ συνεχίζει να υφίσταται, πόσο μάλλον στα πλαίσια των αυξημένων αναγκών των νέων δήμων, και λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι εξαιρετικά χρονοβόρα η επιλογή με τα κριτήρια και τη διαδικασία του ΑΣΕΠ προσωπικού το οποίο θα απασχοληθεί για τόσο μικρό χρονικό διάστημα (όταν για το προσωπικό που προσλαμβάνεται π.χ. με δίμηνη σύμβαση δεν ακολουθείται αυτή η διαδικασία). Για το λόγο αυτό, προτείνεται η ως άνω διάταξη, τροποποιημένη σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 210 ΚΚΔΚΥ ως προς τα πληθυσμιακά κριτήρια  ορίζοντας ανώτατο συνολικό αριθμό με βάση τον πληθυσμό των δήμων.
3. Με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 249 του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ 87 Α’) προβλέφθηκε ότι «Το υπηρεσιακό συμβούλιο είναι αρμόδιο για την επιλογή προϊσταμένων τμημάτων και αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων και για την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων της περιφέρειας, με εξαίρεση την επιλογή προϊσταμένων».
Η αντικατάσταση της ανωτέρω διάταξης με τη ρύθμιση της παραγράφου 3 κρίνεται σκόπιμη, προκειμένου στο πεδίο εφαρμογής της να συμπεριληφθούν και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των περιφερειών.
4. Με τη διάταξη της παραγράφου 4 ορίζεται ως χρόνος διορισμού των γενικών γραμματέων των δήμων, των ιδιαιτέρων γραμματέων των δημάρχων και των ειδικών συμβούλων και ειδικών συνεργατών των δημάρχων η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης διορισμού από την οποία αρχίζει η άσκηση των καθηκόντων τους και όχι από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις επέρχεται σε αρκετά μεταγενέστερο χρόνο. Με αυτή την διάταξη ισχύει και για τους παραπάνω μετακλητούς υπαλλήλους των δήμων ότι ισχύει και για τους λοιπούς μετακλητούς υπαλλήλους.
5. Η διάταξη της παραγράφου 5 είναι αναγκαία  για να επιλυθεί το ζήτημα  που ανέκυψε με τη μισθοδοσία ειδικών συμβούλων,  ειδικών  συνεργατών ή επιστημονικών συνεργατών σε αρκετούς Δήμους.
Μετά από τις δημοτικές εκλογές του 2010 και την εφαρμογή του Προγράμματος «Καλλικράτης»  σε αρκετούς ΟΤΑ α’ βαθμού,  εκλεγέντες Δήμαρχοι που επιθυμούσαν τη διατήρηση των μετακλητών ειδικών συμβούλων, συνεργατών κ.λ.π. στις θέσεις τους,  εξέδωσαν σχετικές διαπιστωτικές πράξεις διατήρησης.
 Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις οι επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου αρνήθηκαν  τη θεώρηση των ενταλμάτων μισθοδοσίας των ανωτέρω, με τον ισχυρισμό ότι αν και πρόκειται για πρόσωπα που ήδη υπηρετούσαν  στις θέσεις ειδικών συμβούλων κ.λ.π,  έπρεπε  να εκδοθεί  εκ νέου Απόφαση διορισμού τους.
Με την  προτεινόμενη διάταξη  η διατήρηση ειδικών συμβούλων, συνεργατών κλ.π με πράξεις Δημάρχων καθίσταται νόμιμη ώστε να μπορούν να μισθοδοτούνται κανονικά.
6. Η επέκταση των διατάξεων αυτών, όπως προτείνεται στην παράγραφο 6, κρίνεται απαραίτητη, δεδομένου ότι μετά την ισχύ του ν. 3801/2009, οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου έχουν πλέον και βαθμολογική εξέλιξη. Έτσι, κρίνεται επιβεβλημένη η πρόβλεψη αυτή, προκειμένου όσοι υπάλληλοι αιτηθούν μετάταξη σε ανώτερο κλάδο να καταστεί δυνατή η κατάταξη και ένταξή τους στους αντίστοιχους βαθμούς.
7. Με το άρθρο 244 παρ.5 περίπτωση στ΄ ρυθμίζεται η αρμοδιότητα του δήμου ή της περιφέρειας  να καλύπτει την νομική υποστήριξη υπαλλήλου τους όταν τους αποδίδονται κατηγορίες για διάπραξη αξιοποίνων πράξεων συντελεσμένων  κατά την άσκηση των καθηκόντων τους αρκεί η ποινική τους δίωξη να μην ασκείται μετά από αναφορά της υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή ο  υπάλληλος υποβάλλει σχετικό αίτημα στον δήμαρχο ή τον περιφερειάρχη και αποφασίζει σχετικά η αντίστοιχη οικονομική επιτροπή. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 7 προσθήκη πριν από την απόφαση της οικονομικής επιτροπής απαιτείται εισήγηση της οικείας νομικής υπηρεσίας.
8. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) καταργείται η Υπουργική Απόφαση, με αποτέλεσμα όσα αιτήματα υποβληθούν στο ΑΣΕΠ για χορήγηση βεβαίωσης ότι δεν υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία και δεν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και οι ζητούμενες ειδικότητες προβλέπονται στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, θα απορριφθούν, δεδομένου ότι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Αυτό όμως θα δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα στην υλοποίηση Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων από φορείς, οι οποίοι, αφενός, δεν έχουν τη δυνατότητα να προσλάβουν μόνιμο προσωπικό και, αφετέρου, οι ειδικότητες που χρειάζονται, προβλέπονται στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους. Υπάρχουν παραδείγματα Αναπτυξιακών Επιχειρήσεων Α.Ε. Ο.Τ.Α., οι οποίες δε διαθέτουν τακτικό προσωπικό και υλοποιούν κατεξοχήν Ευρωπαϊκά Προγράμματα ή Παιδικοί Σταθμοί που δε διαθέτουν επαρκές μόνιμο προσωπικό και για την υλοποίηση Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων χρειάζονται συμβασιούχους μίσθωσης έργου ή ακόμα και ΝΠΔΔ των Ο.Τ.Α. για το πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι.».
9. Με τη ρύθμιση της παραγράφου 9, μετά και από την ισχύ του ν.4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο), η παράγραφος 5 του άρθρου 248 του ν.3852/2010 (ΦΕΚ 87 Α) αντικαθίσταται ως εξής:
«Χρέη Γραμματέα ασκεί υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Δ’, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του, με την απόφαση ορισμού των μελών.».
10. Με τη ρύθμιση της παραγράφου 10, μετά και από την ισχύ του ν.4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο), η παράγραφος 7 του άρθρου 249 του ν.3852/2010 (ΦΕΚ 87 Α) αντικαθίσταται ως εξής:
«Χρέη Γραμματέα ασκεί υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Δ’, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του, με την απόφαση ορισμού των μελών.».
11. Με τις διατάξεις του ν.3850/2010 και του προγενέστερου ν.1568/1985, περί προστασίας της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία, προβλέπεται η απασχόληση ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφαλείας, οι ώρες απασχόλησης των οποίων καθορίζονται ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων στην επιχείρηση (εν προκειμένω, στο φορέα) και το είδος της εργασίας. Επειδή, βάσει των εργαζομένων που απασχολούνται ανά ΟΤΑ, οι ώρες απασχόλησης που προκύπτουν για τον ιατρό εργασίας και τον τεχνικό ασφαλείας συνήθως είναι λιγότερες από το πλήρες ωράριο των εργαζομένων στους φορείς του Δημοσίου, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ (40 ώρες), το Υπουργείο μας παρέσχε οδηγίες στους ΟΤΑ, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 12 ν.1568/1985 και 12 ν.3850/2010, εφόσον δεν διαθέτουν τακτικό προσωπικό των ειδικοτήτων αυτών, να συνάπτουν συμβάσεις μίσθωσης έργου με ιδιώτες επαγγελματίες, οι οποίοι θα μπορούν έτσι να εξυπηρετούν και όμορους ΟΤΑ. Ωστόσο, οι υπηρεσίες Επιτρόπου Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν θεωρούν τα εντάλματα για την πληρωμή των συμβασιούχων αυτών, θεωρώντας ότι η ανάγκη αυτή ως πάγια θα πρέπει να καλύπτεται αποκλειστικά με την πρόσληψη μονίμου προσωπικού. Λαμβάνοντας υπόψη, αφενός το δραστικό περιορισμό των προσλήψεων τακτικού προσωπικού για το τρέχον και τα επόμενα έτη, λόγω της δυσμενούς δημοσιονομικής συγκυρίας, αφετέρου την άμεση ανάγκη για τη διασφάλιση της υγείας και της σωματικής ακεραιότητας των εργαζομένων των ΟΤΑ, προτείνεται η διάταξη της παραγράφου 11 για την αντιμετώπιση του ζητήματος.
12. Με τη ρύθμιση της παραγράφου 12, μετά και από την ισχύ του ν.4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο), το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 4 του ν.3584/2007 «Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων» αντικαθίσταται ως εξής:
«Καθήκοντα Γραμματέα εκτελεί διοικητικός υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ με βαθμό τουλάχιστον Δ του Τμήματος Προσωπικού ΟΤΑ της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας ΟΤΑ του Υπουργείου Εσωτερικών, που ορίζεται με τον αναπληρωτή του, με την απόφαση ορισμού των μελών του Συμβουλίου.».
13. Με τη ρύθμιση της παραγράφου 13 προβλέπεται ότι για τις προσλήψεις εκπαιδευτικού και διδακτικού προσωπικού από τους ΟΤΑ  το ΑΣΕΠ δύναται να ελέγχει, είτε δειγματοληπτικά είτε ύστερα από ένσταση ή καταγγελία, τη νομιμότητα των προσλήψεων.
14. Δεδομένου ότι το προσωπικό της περιφέρειας είναι ενιαίο και τοποθετείται στις υπηρεσίες της, με απόφαση του περιφερειάρχη, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσιών αυτών, κρίνεται σκόπιμη η τροποποίηση, με την παράγραφο 14, της διάταξης της περ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 241 του ν. 3852/2010 με την οποία οι θέσεις του προσωπικού διακρίνονται ανά Διεύθυνση.
15. Η υπαγωγή της πρόσληψης του προσωπικού ανταποδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 205 ν.3584/2007 στην προηγούμενη χορήγηση έγκρισης της Επιτροπής της ΠΥΣ 33/2006 όπως ισχύει προκάλεσε σοβαρές καθυστερήσεις στην πρόσληψη του προσωπικού αυτού, το οποίο είναι άκρως απαραίτητο στους ΟΤΑ, καθώς εξυπηρετεί ιδίως την ανάγκη της καθαριότητας. Επιπλέον, τόσο το προσωπικό αυτό, του οποίου οι αποδοχές προέρχονται από τα ανταποδοτικά τέλη του ν.1828/1989, όσο και το προσωπικό ορισμένου χρόνου και οι συμβασιούχοι έργου των πρωτοβάθμιων ΟΤΑ που αμείβονται αποκλειστικά από την καταβολή αντιτίμου που καταβάλλουν οι εξυπηρετούμενοι κάτοικοι και δημότες (ιδίως σε ωδεία κ.λπ.) προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες χωρίς να επιβαρύνει τον Κρατικό Προϋπολογισμό αλλά ούτε και τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους. Για τους λόγοςυ αυτούς προτείνεται η ρύθμιση της παραγράφου 15 σύμφωνα με την οποία:
Για την έγκριση πρόσληψης προσωπικού ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ανταποδοτικού χαρακτήρα του άρθρου 205 ν.3584/2007 (143/Α΄), καθώς και την έγκριση πρόσληψης προσωπικού ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και τη σύναψη συμβάσεων έργου στους ΟΤΑ α΄ βαθμού συμβασιούχων αμιγώς αμειβομένων από την καταβολή αντιτίμου υπό τη μορφή διδάκτρων εκδίδεται Κοινή Απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομικών, με την οποία κατανέμονται οι εγκρινόμενες θέσεις ανά φορέα. Οι ως άνω συμβάσεις δεν υπόκεινται στον περιορισμό της παρ.3 του άρθρου 37 του ν.3986/2011, όπως ισχύει κάθε φορά.
16. Με το άρθρο 103, παρ.11 του ν. 3852/10 παρέχεται η δυνατότητα απόσπασης του προσωπικού των νομικών προσώπων, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και γνώμη του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου, προς άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου του οικείου δήμου είτε σε υπηρεσία του δήμου, κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων, και χωρίς να απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης, με δυνατότητα ανάθεσης στο προσωπικό αυτό παράλληλων καθηκόντων, για την κάλυψη των σχετικών υπηρεσιακών αναγκών.
Η προσθήκη με την παράγραφο 16 της φράσης ‘είτε σε ίδρυμα αυτού’ κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να δοθεί η ανωτέρω δυνατότητα απόσπασης υπαλλήλων νομικών προσώπων και στα ιδρύματα των δήμων, με την διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες των ιδρυμάτων σε προσωπικό.
17. Με την παράγραφο 17 προστίθεται παράγραφος 11β στο τέλος της παρ. 11α του άρθρου 247 του Ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α 87/2010), όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2α του άρθρου 45 του Ν. 3979/2011,  (ΦΕΚ Α 138/2011), ως εξής:
«Επιτρέπεται η απόσπαση υπαλλήλων ή μελών ειδικού επιστημονικού προσωπικού (Άρθρο 2 του ΠΔ 116/2006), από νομικά πρόσωπα και φορείς που ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως εκάστοτε ισχύει, στην Ένωση Περιφερειών Ελλάδας (ΕΝ.Π.Ε.), με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών  και του εποπτεύοντος Υπουργού του νομικού προσώπου ή  φορέα στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος ή το ειδικό επιστημονικό προσωπικό.».
18. Με την παράγραφο 18 ορίζεται ότι κατά την πρώτη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 248 και 249 του ν. 3852/2010 (ΦΕΚ Α87), η συγκρότηση των Συμβουλίων Επιλογής Προϊσταμένων (ΣΕΠ) και των υπηρεσιακών συμβούλιων των Περιφερειών, με τη συμμετοχή σε αυτά των αιρετών εκπροσώπων που αναδείχτηκαν κατά τις εκλογές που διεξήχθησαν το έτος 2011, είναι νόμιμη, ανεξαρτήτως του βαθμού που οι τελευταίοι κατατάσσονται βάσει των διατάξεων του ν. 4024/2011.
19. Δεδομένων των αλλαγών που έχουν επέλθει με τους νόμους 3852/2010 και 4024/2011 προτείνεται με την παράγραφο 19 η αντικατάσταση του άρθρου 5 του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων (ν. 3584/2007, ΦΕΚ 143 Α’) ως εξής :
«1. Σε κάθε Νομό και Νομαρχία συνιστάται Υπηρεσιακό Συμβούλιο, για το προσωπικό του άρθρου 3 του παρόντος συγκροτούμενο με απόφαση του οικείου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης το οποίο αποτελείται από:
α. Τρεις (3) υπαλλήλους των Ο.Τ.Α κατηγορίας Π.Ε. τουλάχιστον με Γ΄ βαθμό που ορίζονται από το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, μετά από γνώμη της Εκτελεστικής  Επιτροπής της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν υπάλληλοι της ανωτέρω κατηγορίας ορίζονται υπάλληλοι κατηγορίας Τ.Ε. τουλάχιστον με Γ΄ βαθμό. Σε περίπτωση που δεν υπάρχουν υπάλληλοι των ανωτέρω κατηγοριών ορίζονται υπάλληλοι κατηγορίας Δ.Ε. με Β΄ βαθμό.
β.  Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων κατηγοριών Π.Ε., Τ.Ε., Δ.Ε. τουλάχιστον με βαθμό Δ΄, που εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. Ο τρόπος, η διαδικασία και οι λοιπές προϋποθέσεις της εκλογής καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών που εκδίδεται  μετά από γνώμη των Π.Ο.Ε. - Ο.Τ.Α και Π.Ο.Π.- Ο.Τ.Α. Οι γνώμες της ΠΟΕ-ΟΤΑ και της Π.Ο.Π.- Ο.Τ.Α. παρέχονται μέσα σε εύλογη προθεσμία που τάσσεται από τον Υπουργό Εσωτερικών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δεκαπέντε (15 ) ημέρες. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής η απόφαση εκδίδεται χωρίς τη γνώμη των ανωτέρω Ομοσπονδιών.
Καθήκοντα γραμματέα του συμβουλίου εκτελεί υπάλληλος κλάδου ΠΕ Διοικητικού-Οικονομικού ή ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού ή ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων με βαθμό τουλάχιστον Δ’ του Δήμου της έδρας του Νομού, με εξαίρεση τα συμβούλια των Νομαρχιών του Νομού Αττικής,  του Νομού Θεσσαλονίκης και των Δήμων Αθηναίων Πειραιώς και Θεσσαλονίκης.
Καθήκοντα γραμματέα για τα συμβούλια των Νομαρχιών του Νομού Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης εκτελεί υπάλληλος κλάδου ΠΕ Διοικητικού- Οικονομικού ή ΤΕ Διοικητικού-Λογιστικού ή ΔΕ Διοικητικών  Γραμματέων  με βαθμό τουλάχιστον Δ’ του πολυπληθέστερου δήμου που ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Ως τόπος συνεδρίασης του συμβουλίου ορίζεται το κατάστημα του Δήμου της έδρας του Νομού με εξαίρεση τα συμβούλια των Νομαρχιών του Νομού Αττικής,   του Νομού Θεσσαλονίκης  και  των Δήμων Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης.
Ως τόπος συνεδρίασης των συμβουλίων των Νομαρχιών του Νομού Αττικής και του Νομού Θεσσαλονίκης ορίζεται το κατάστημα του πολυπληθέστερου Δήμου.
2. Στη διοικητική περιφέρεια της Νομαρχίας Αθηνών συνιστώνται τέσσερα (4) υπηρεσιακά συμβούλια με αρμοδιότητα τους κατωτέρω Ο.Τ.Α.:
Α΄. Υπηρεσιακό Συμβούλιο:
Αλίμου, Γλυφάδας, Ελληνικού- Αργυρούπολης, Καλλιθέας, Μοσχάτου- Ταύρου, Ν. Σμύρνης και Π. Φαλήρου.
Β΄. Υπηρεσιακό Συμβούλιο:
Αγ. Βαρβάρας, Αγ. Αναργύρων - Καματερού, Αιγάλεω, Ιλίου, Περιστερίου, Πετρούπολης και Χαϊδαρίου.
Γ΄. Υπηρεσιακό Συμβούλιο:
Αγ. Παρασκευής, Αγ. Δημητρίου, Βύρωνα, Δάφνης - Υμηττού, Ζωγράφου, Ηλιούπολης, Καισαριανής και Παπάγου - Χολαργού.
Δ΄. Υπηρεσιακό Συμβούλιο:
Αμαρουσίου, Βριλησσίων, Γαλατσίου, Ηρακλείου, Κηφισιάς, Λυκόβρυσης - Πεύκης, Μεταμόρφωσης, Ν. Ιωνίας, Φιλαδέλφειας - Χαλκηδόνας, Πεντέλης, Φιλοθέης – Ψυχικού και  Χαλανδρίου.
Το προσωπικό των συνδέσμων υπάγεται στο αντίστοιχο υπηρεσιακό συμβούλιο της έδρας του.
Ειδικά το προσωπικό των Συνδέσμων που έχουν την έδρα τους στους Δήμους Θεσσαλονίκης και Πειραιά υπάγονται στο υπηρεσιακό συμβούλιο της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, το δε προσωπικό των Συνδέσμων που έχουν την έδρα τους στο Δήμο Αθηναίων, υπάγεται στο υπηρεσιακό συμβούλιο που θα καθορίσει με απόφασή του ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Τα ανωτέρω Υπηρεσιακά Συμβούλια της Νομαρχίας Αθηνών συγκροτούνται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης κατά την ειδικότερη πρόβλεψη της παρ. 1 του παρόντος
Καθήκοντα Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος του πολυπληθέστερου Δήμου, κλάδου Π.Ε. Διοικητικού- Οικονομικού  ή Τ.Ε. Διοικητικού - Λογιστικού ή Δ.Ε. Διοικητικών Γραμματέων  με βαθμό τουλάχιστον Δ΄ που ορίζεται από το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Ως τόπος συνεδρίασης των ανωτέρω συμβουλίων ορίζεται το κατάστημα του πολυπληθέστερου Δήμου.
3. Σε καθένα από τους Δήμους Αθηναίων, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης συνιστάται Υπηρεσιακό Συμβούλιο που συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης και αποτελείται από:
α. Τρεις (3) δημοτικούς υπαλλήλους που ορίζονται από το Δημοτικό Συμβούλιο σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της περίπτωσης α΄ της παραγράφου (1) αυτού του άρθρου.
Εάν τα Δημοτικά Συμβούλια δεν ορίσουν τα μέλη τους μέχρι τις 20ης Δεκεμβρίου, αυτά ορίζονται από το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
β. Δύο (2) αιρετούς εκπροσώπους των υπαλλήλων του οικείου Δήμου που εκλέγονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση β΄ της παραγράφου (1) αυτού του άρθρου.
γ. Ως τόπος συνεδρίασης ορίζεται το κατάστημα του οικείου Δήμου.
Καθήκοντα Γραμματέα εκτελεί υπάλληλος κλάδου Π.Ε. Διοικητικού- Οικονομικού ή Τ.Ε. Διοικητικού - Λογιστικού ή Δ.Ε. Διοικητικών Γραμματέων  του οικείου Δήμου, με βαθμό τουλάχιστον Δ΄, που προτείνεται από τον Δήμαρχο.
4. Για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια των παραγράφων (1), (2) και (3) του άρθρου αυτού ισχύουν τα ακόλουθα:
α. Τα μέλη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζονται ή εκλέγονται με ισάριθμους αναπληρωτές. Αν λυθεί η υπαλληλική σχέση αιρετού μέλους του Συμβουλίου, τακτικό μέλος ορίζεται ο επόμενος στη σειρά εκλογής για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της θητείας.
β. Με την απόφαση συγκρότησης του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ορίζεται ο Πρόεδρος και ο αναπληρωτής του μεταξύ των τακτικών μελών του Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
γ. Αν μέλος του Υπηρεσιακού Συμβουλίου κρίνεται για κατάληψη θέσης προϊσταμένου οργανικής μονάδας, η κρίση για αυτόν διενεργείται στην αρχή της συνεδρίασης, και δεν μπορεί να συμμετέχει στην κρίση που τον αφορά. Στη συνέχεια επανέρχεται στην αίθουσα, και συνεχίζεται η κρίση και η συζήτηση των λοιπών θεμάτων .
Αν και το αναπληρωματικό μέλος έχει το ίδιο κώλυμα, το Υπηρεσιακό Συμβούλιο συνεδριάζει με τα υπόλοιπα μέλη.
δ. Τα Υπηρεσιακά Συμβούλια του παρόντος άρθρου λειτουργούν και ως Πειθαρχικά Συμβούλια.
ε. Η αποζημίωση των μελών των ανωτέρω Συμβουλίων καθώς και του Γραμματέως καθορίζεται σύμφωνα  με τις ρυθμίσεις του άρθρου 21 του ν.4024/2011 (ΦΕΚ Α΄226), όπως ισχύει.».
20. Για λόγους καλύτερης αξιοποίησης του προσωπικού με την  παράγραφο 20 προστίθεται στην παράγραφο 10 του άρθρου 45 του ν.3979/2011 (ΦΕΚ Α 138 16.6.2011) δεύτερο εδάφιο ως εξής:
«10. Με απόφαση του ίδιου  οργάνου επιτρέπεται να μετακινούνται  υπάλληλοι Κ.Ε.Π., κλάδου Διεκπεραίωσης Υποθέσεων Πολιτών, σε άλλο Κ.Ε.Π. του ίδιου δήμου,  για την αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών του δήμου.».
21. Για λόγους λειτουργικούς με την παράγραφο 21 προτείνεται η αντικατάσταση τη παραγράφου  4 του άρθρου 19 του Ν. 2503/1997  (ΦΕΚ Α΄) ως εξής:
«4. Επιτρέπεται η κατ` εξαίρεση οδήγηση αυτοκινήτων δημόσιων υπηρεσιών Ν.Π.Δ.Δ., Περιφερειακών Αυτοδιοικήσεων και Δήμων σε ειδικές περιπτώσεις, από μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους και εφόσον τούτο δεν αντίκειται στις οικείες διατάξεις που διέπουν τους οργανισμούς τους, έχουν την απαιτούμενη κατά περίπτωση άδεια οδήγησης, ανεξάρτητα από την κατηγορία, κλάδο ή ειδικότητα στην οποία ανήκουν, μετά από έγκριση, η οποία παρέχεται από τη Διεύθυνση Κρατικών Αυτοκινήτων και Επικοινωνιών του Υπουργείου Εσωτερικών. Ειδικότερα για οχήματα που ανήκουν σε  Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού επιτρέπεται η οδήγηση αυτών από τους δημάρχους, αντιδημάρχους, περιφερειάρχες, αντιπεριφερειάρχες εφόσον έχουν την απαιτούμενη κατά περίπτωση άδεια οδήγησης και τα χρησιμοποιούν για αποκλειστικά και μόνο υπηρεσιακούς λόγους εντός και εκτός της διοικητικής τους περιφέρειας. Με απόφαση του αρμόδιου  Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκηση, επιτρέπεται  σε ειδικές περιπτώσεις η παροχή έγκρισης για κατ` εξαίρεση οδήγηση οχημάτων που ανήκουν στους παραπάνω φορείς αυτοδιοίκησης και σε μέλη περιφερειακών και δημοτικών συμβουλίων ή και από ιδιώτες, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για την αντιμετώπιση φυσικών, τεχνολογικών ή άλλων καταστροφών, εφόσον έχουν την απαιτούμενη κατά περίπτωση άδεια οδήγησης και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, χωρίς την καταβολή οποιασδήποτε αμοιβής ή αποζημίωσης.».

Τρίτο Κεφάλαιο
Με το άρθρο 13 προβλέπεται η σύσταση περιφερειακών συνδέσμων ΦΟΔΣΑ (Φορείς Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων).
Ειδικότερα:
1. Στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι εντός των διοικητικών ορίων κάθε περιφέρειας πλην της Αττικής και υπό την επιφύλαξη της παρ. 2 του παρόντος και του επόμενου άρθρου, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, συνιστάται περιφερειακός σύνδεσμος ΦΟΔΣΑ, ως ΝΠΔΔ,  στον οποίο μετέχουν υποχρεωτικά όλοι οι δήμοι  των διαχειριστικών ενοτήτων της περιφέρειας. Στο σύνδεσμο που δημιουργείται συγχωνεύονται υποχρεωτικά, κατά τη διαδικασία των διατάξεων του άρθρου 19 του παρόντος, οι σύνδεσμοι  που έχουν συσταθεί ως ΦΟΔΣΑ ή ανώνυμες εταιρείες ή άλλες επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των ΟΤΑ κατά  κλάδο ή τομέα που ασκούν αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ. Με την ίδια διαδικασία, του άρθρου 19 του παρόντος στον ανωτέρω σύνδεσμο περιέρχεται υποχρεωτικά η διαχείριση των εγκαταστάσεων προσωρινής αποθήκευσης, μεταφόρτωσης, επεξεργασίας και διάθεσης στερεών αποβλήτων  δήμων που ασκούν αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ.
Σκοπός του περιφερειακού συνδέσμου ΦΟΔΣΑ είναι η ολοκληρωμένη διαχείριση των στερεών αποβλήτων, σύμφωνα με το Περιφερειακό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΠΕΣΔΑ),  και ειδικότερα η εξειδίκευση και η υλοποίηση των στόχων και των δράσεων αυτού για την προσωρινή αποθήκευση, μεταφόρτωση, θαλάσσια μεταφορά ΑΣΑ, επεξεργασία, ανάκτηση και διάθεση των στερεών αποβλήτων της χωρικής τους αρμοδιότητας, σύμφωνα και με την ΚΥΑ 2527/2009 (ΦΕΚ 83Α).
Έδρα του περιφερειακού ΦΟΔΣΑ ορίζεται η έδρα της οικείας περιφέρειας. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών του, μπορεί να ορίζεται διαφορετική έδρα εντός των διοικητικών ορίων της οικείας περιφέρειας.
Η χρονική διάρκεια λειτουργίας του ορίζεται σε τριάντα έτη και μπορεί να παρατείνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης  Διοίκησης μετά από γνώμη του διοικητικού συμβουλίου  του συνδέσμου.
2. Με την παράγραφο 2 ορίζεται ότι στις περιφέρειες που λειτουργούν ΦΟΔΣΑ  με τη μορφή Ανώνυμης Εταιρείας και οι αρμοδιότητές τους βάσει του καταστατικού τους ασκούνται στα διοικητικά όρια ολόκληρης της περιφέρειας, μπορούν να συνεχίζουν τη λειτουργία τους με την ίδια νομική μορφή, ως περιφερειακοί ΦΟΔΣΑ, με τις αρμοδιότητες των περιφερειακών  συνδέσμων, ύστερα από απόφαση των συμβουλίων των δήμων που συμμετέχουν στην εταιρεία και των λοιπών δήμων της οικείας περιφέρειας περί συμμετοχής τους. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος. Σε διαφορετική περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.
3. Με την παράγραφο 3 ορίζεται ότι εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος, εκδίδεται η απόφαση σύστασης του περιφερειακού συνδέσμου ΦΟΔΣΑ, από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην απόφαση περιλαμβάνεται, η επωνυμία του συνδέσμου, ο σκοπός, ο αριθμός των αιρετών  αντιπροσώπων του κάθε δήμου που συμμετέχει στο διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 246 κ.ν. 3463/2006 (114 Α),  η έδρα, η διάρκεια και οι πόροι αυτού.
Μέσα σε προθεσμία δέκα πέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης, τα δημοτικά συμβούλια των δήμων που συμμετέχουν στον περιφερειακό ΦΟΔΣΑ, εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους στο διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 246 του κ.ν. 3463/2006. Το διοικητικό συμβούλιο του  ΦΟΔΣΑ νομίμως συγκροτείται μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 246 του  κ.ν. 3463/2006.

Στο άρθρο 14 περιέχονται ρυθμίσεις ειδικά για τους ΦΟΔΣΑ που αφορούν τα νησιά των Ιονίων, του Βορείου και του Νοτίου Αιγαίου.
Ειδικότερα:
1. Στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι στις περιφέρειες Ιονίων Νήσων και Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστάται, σε κάθε μια από αυτές, σύνδεσμος, ως Φορέας Διαχείρισης  Στερεών Αποβλήτων, στον οποίο μετέχουν υποχρεωτικά  οι δήμοι όλων των διαχειριστικών ενοτήτων της περιφέρειας, με την επωνυμία που περιέχει τις λέξεις «ΦΟΔΣΑ Νήσων» ακολουθούμενες από  το όνομα της οικείας περιφέρειας.  Έδρα τους ορίζεται η έδρα της οικείας περιφέρειας. Ο ΦΟΔΣΑ νήσων διοικείται από το διοικητικό συμβούλιο και τον πρόεδρό του. Το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από ένδεκα (11) μέλη, τα οποία ορίζονται, μεταξύ των δημάρχων και των δημοτικών συμβούλων των δήμων της οικείας περιφέρειας, από την οικεία περιφερειακή ένωση δήμων.  Η θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου ακολουθεί τη δημοτική  περίοδο.
Ο ΦΟΔΣΑ νήσων είναι αρμόδιος για την ολοκληρωμένη διαχείριση των στερεών αποβλήτων του συνόλου των δήμων της περιφέρειας, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΠΕΣΔΑ. Eιδικότερα εξειδικεύει και υλοποιεί τους στόχους και τις δράσεις αυτού για τα εν γένει θέματα διανησιωτικής πολιτικής διαχείρισης στερεών αποβλήτων και θαλάσσιας μεταφοράς ΑΣΑ, εκπονεί το επιχειρησιακό σχέδιο δράσης, καθορίζει την τιμολογιακή πολιτική των υπηρεσιών που παρέχονται σε διαδημοτικό επίπεδο και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για τη σωστή λειτουργία όλων των εγκαταστάσεων διαχείρισης στερεών αποβλήτων της περιφέρειάς του.
 Με την ανωτέρω απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης καθορίζονται οι ετήσιες εισφορές των δήμων κατά τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 20 του παρόντος καθώς και κάθε αναγκαία για τη λειτουργία του λεπτομέρεια.
2. Στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι οι  δήμοι των περιφερειών Ιονίων Νήσων και Βορείου και Νοτίου Αιγαίου, ή οι υφιστάμενοι σύνδεσμοι, επιχειρήσεις και άλλα νομικά πρόσωπα των ΟΤΑ που ασκούν αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ, είναι πλέον αρμόδιοι μόνο για τη διαχείριση των εγκαταστάσεων στερεών αποβλήτων που λειτουργούν στα διοικητικά τους όρια, σύμφωνα με το ΠΕΣΔΑ της περιφέρειάς τους και για όσα θέματα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί φορέων διαχείρισης στερεών αποβλήτων δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα του ΦΟΔΣΑ νήσων.                                              

Στο άρθρο 15 περιέχονται ρυθμίσεις για τα όργανα διοίκησης των περιφερειακών συνδέσμων ΦΟΔΣΑ.
Ειδικότερα:
1. Στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι όργανα διοίκησης του  περιφερειακού συνδέσμου ΦΟΔΣΑ,  είναι το διοικητικό συμβούλιο, η εκτελεστική επιτροπή και ο πρόεδρός του. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου εκλέγεται από τα μέλη αυτού με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του και έχει τις αρμοδιότητες του δημάρχου και του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου. Αν δεν καταστεί δυνατή η εκλογή του προέδρου κατά την πρώτη ψηφοφορία, διενεργείται δεύτερη ψηφοφορία και εκλέγεται εκείνος που συγκέντρωσε τη σχετική  πλειοψηφία των  μελών του.
 2. Στην παράγραφο 2 ορίζεται ότι η εκτελεστική επιτροπή αποτελείται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ως πρόεδρο και έξι (6) μέλη που εκλέγονται μαζί με τέσσερα (4) αναπληρωματικά, μεταξύ των μελών του διοικητικού συμβουλίου με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του για όλη τη δημοτική περίοδο.  Αν δεν καταστεί δυνατή η εκλογή μελών της εκτελεστικής επιτροπής κατά την πρώτη ψηφοφορία διενεργείται δεύτερη ψηφοφορία και εκλέγονται αυτοί που θα συγκεντρώσουν την σχετική πλειοψηφία των μελών του. Κατά την πρώτη συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής εκλέγεται ως αντιπρόεδρος αυτής ένα από τα μέλη της.
Ο πρόεδρος του συνδέσμου με απόφασή του μπορεί να μεταβιβάζει αρμοδιότητές του στον αντιπρόεδρο και τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής.
3. Στην παράγραφο 3 ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο του περιφερειακού συνδέσμου ασκεί τις ακόλουθες αρμοδιότητες:
Εγκρίνει το επιχειρησιακό σχέδιο μετά από εισήγηση της εκτελεστικής επιτροπής.
Καθορίζει τις ετήσιες εισφορές των δήμων μελών του.
Εγκρίνει τις οικονομικές καταστάσεις του συνδέσμου.
Καταρτίζει τον κανονισμό λειτουργίας του.
Ψηφίζει τον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και
Γνωμοδοτεί σε δημόσιες αρχές ή αρμόδια όργανα όταν ζητούν τη γνώμη του.
4. Στην παράγραφο 4 προβλέπεται ότι η εκτελεστική επιτροπή ασκεί κάθε αρμοδιότητα σχετική με τη λειτουργία του συνδέσμου εκτός από εκείνες που ανήκουν στο διοικητικό συμβούλιο και τον πρόεδρο. Με απόφασή της, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία των μελών της, μπορεί ένα θέμα που κρίνεται ιδιαίτερα σοβαρό να το παραπέμψει στο διοικητικό συμβούλιο για λήψη απόφασης. Για τα λοιπά  θέματα που αφορούν τη διοίκηση και λειτουργία του περιφερειακού συνδέσμου ΦΟΔΣΑ  εφαρμόζονται αναλόγως, οι σχετικές περί συνδέσμων διατάξεις του ν. 3463/2006.

Στο άρθρο 16 περιέχονται ρυθμίσεις σχετικά με τη διαδικασία συγχώνευσης ΦΟΔΣΑ.
Ειδικότερα:
1.Στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι:
α. σε διάστημα έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης σύστασης του περιφερειακού συνδέσμου ΦΟΔΣΑ, οι σύνδεσμοι , που έχουν συσταθεί ως ΦΟΔΣΑ ή ανώνυμες εταιρείες ή άλλες επιχειρήσεις και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των ΟΤΑ κατά  κλάδο ή τομέα  που ασκούν αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ,  συγχωνεύονται υποχρεωτικά στον περιφερειακό σύνδεσμο. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, οι δήμοι που ασκούν αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ παραχωρούν, υποχρεωτικά, στον περιφερειακό σύνδεσμο ΦΟΔΣΑ κατά χρήση, τις εγκαταστάσεις στερεών αποβλήτων που διαχειρίζονται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία, που εξυπηρετούν τις εν λόγω εγκαταστάσεις.
β. οι ανωτέρω φορείς μέχρι τη συγχώνευσή τους στον περιφερειακό σύνδεσμο ΦΟΔΣΑ, ή την παραχώρηση της διαχείρισης των εγκαταστάσεών τους σε αυτόν, συνεχίζουν να λειτουργούν και να ασκούν τα καθήκοντά τους ως προς τη διαχείριση των στερεών αποβλήτων αρμοδιότητάς τους. Επιπροσθέτως λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα και μεριμνούν για την ομαλή μετάβαση των λειτουργιών τους  στον περιφερειακό σύνδεσμο.
2. Στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι η συγχώνευση των ανωτέρω φορέων ή η παραχώρηση της διαχείρισης των εγκαταστάσεων στερεών αποβλήτων, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου, διαπιστώνεται με πράξη του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η οποία δημοσιεύεται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, μετά από την αποτίμηση των περιουσιακών τους στοιχείων, σύμφωνα με την  κατωτέρω διαδικασία:
Εντός  ενός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος, οι αρχές διοίκησης των φορέων της προηγούμενης  παραγράφου 1α, ορίζουν ορκωτούς ελεγκτές για την αποτίμηση των περιουσιακών τους στοιχείων.
Σε περίπτωση που κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν προβούν στον ορισμό ορκωτών ελεγκτών, τότε τους ορίζει ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης με απόφασή του, στην οποία ορίζεται και το ύψος της αμοιβής τους, η οποία βαρύνει τον οικείο φορέα. 
 Η έκθεση των ορκωτών ελεγκτών διαβιβάζεται με ευθύνη των ιδίων στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης για την έκδοση της πράξης συγχώνευσης  και στον οικείο περιφερειακό σύνδεσμο ΦΟΔΣΑ.  
3. Στην παράγραφο 3 ορίζεται ότι από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης, ο περιφερειακός σύνδεσμος ΦΟΔΣΑ θεωρείται καθολικός διάδοχος σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία των φορέων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου και υπεισέρχεται, αυτοδικαίως, υπό την ανωτέρω ιδιότητα σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, στα οποία περιλαμβάνονται και όσα προκύπτουν από συμβάσεις έργου. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τον περιφερειακό σύνδεσμο, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για κάθε μια από αυτές.
4. Στην παράγραφο 4 προβλέπεται ότι η συγχώνευση  ανωνύμων εταιρειών στον περιφερειακό σύνδεσμο, που  ασκούν αποκλειστικά αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ, με την επιφύλαξη της παρ. 2 του  άρθρου 16, συντελείται με την πράξη του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης που εκδίδεται κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου. Οι εταιρείες λύονται αυτοδικαίως χωρίς να επακολουθήσει εκκαθάριση. Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, που λαμβάνεται εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της ανωτέρω πράξης, διαπιστώνεται η επελθούσα λύση της εταιρείας. Η απόφαση αυτή καταχωρίζεται στο Μητρώο Ανωνύμων εταιρειών(ΜΑΕ).
5. Στην παράγραφο 5 ορίζεται ότι οι δήμοι που ασκούσαν και αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ, εντός δέκα (10) ημερών από τη δημοσίευση της πράξης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, παραχωρούν στον οικείο περιφερειακό σύνδεσμο ΦΟΔΣΑ και χωρίς κανένα αντάλλαγμα, τη χρήση των πάγιων εγκαταστάσεων προσωρινής αποθήκευσης, επεξεργασίας και διάθεσης στερεών αποβλήτων, καθώς και τον κινητό μηχανολογικό και λοιπό εξοπλισμό που έχει διατεθεί για τον ίδιο σκοπό. Η  παραχώρηση γίνεται για χρονικό διάστημα ίσο με τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του νέου ΦΟΔΣΑ. Σε κάθε περίπτωση, περιουσιακά στοιχεία  που έχουν παραχωρηθεί και παύουν να εξυπηρετούν το σκοπό του περιφερειακού ΦΟΔΣΑ, αποδίδονται στον οικείο δήμο. Για την παραχώρηση ή την απόδοση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων συντάσσεται σχετικό πρωτόκολλο.
6. Στην παράγραφο 6 ορίζεται ότι ο περιφερειακός σύνδεσμος ΦΟΔΣΑ, δύναται να μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία του άρθρου 265 του ν.3463/2006 εφόσον τούτο αποφασισθεί από όλα τα δημοτικά συμβούλια των δήμων μελών του συνδέσμου. Η σχετική απόφαση του δημοτικού συμβουλίου λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του.  Η εταιρεία που συστήνεται καθίσταται από το χρόνο σύστασής της καθολικός διάδοχος σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του συνδέσμου και υπεισέρχεται, αυτοδικαίως, σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, στα οποία περιλαμβάνονται και όσα προκύπτουν από συμβάσεις έργου. Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται από τη νέα εταιρεία, χωρίς να διακόπτονται και χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικαστική πράξη συνέχισης για κάθε μια από αυτές.
Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των περιφερειακών συνδέσμων ΦΟΔΣΑ που μετατρέπονται σε ΑΕ, καθίσταται αυτοδικαίως, με την ίδια σχέση εργασίας προσωπικό της νέας εταιρείας. Συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που βρίσκονται σε ισχύ, συνεχίζονται από τη νέα εταιρεία μέχρι τη λήξη τους. Για το μόνιμο προσωπικό εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 250 του ν. 3463/2006.
Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μετά από γνώμη της ΚΕΔΕ,  είναι δυνατόν να καθορίζονται ειδικότερα ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία μετατροπής του συνδέσμου σε ανώνυμη εταιρεία.
                                           
Στο άρθρο 17 περιέχονται ρυθμίσεις σχετικά με λειτουργικά ζητήματα ΦΟΔΣΑ, καθώς και με θέματα προσωπικού.
Ειδικότερα:
1. Στην παράγραφο 1 προβλέπεται ότι:
α. Οι ετήσιες εισφορές των δήμων που συμμετέχουν στον περιφερειακό σύνδεσμο ΦΟΔΣΑ καθορίζονται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, μετά από εισήγηση της εκτελεστικής επιτροπής, ανάλογα με τις ποσότητες των στερεών αποβλήτων που αντιστοιχούν στους δήμους αυτούς και διακινούνται κάθε έτος μέσω του συστήματος διαχείρισης. Για τον υπολογισμό ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 9 του ν 3854/2010 και της ΚΥΑ 2527/2009. Οι ανωτέρω ρυθμίσεις εφαρμόζονται αναλόγως και για τα τέλη παροχής υπηρεσιών διαχείρισης στερεών αποβλήτων από τους ΦΟΔΣΑ που λειτουργούν με τη μορφή Α.Ε.
β. Οι ετήσιες εισφορές δύναται να επανακαθορίζονται με την ίδια διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη ως πρόσθετο κριτήριο την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων κάθε ΦΟΔΣΑ που έχει συγχωνευθεί και τα περιουσιακά στοιχεία των δήμων ή άλλων νομικών προσώπων, που ασκούσαν αρμοδιότητες διαχείρισης εγκαταστάσεων προσωρινής αποθήκευσης, επεξεργασίας και διάθεσης στερεών αποβλήτων και περιέρχονται κατά χρήση ή κυριότητα στον περιφερειακό σύνδεσμο.
γ. Ειδικά για το πρώτο έτος από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι ετήσιες εισφορές των δήμων προς το ΦΟΔΣΑ νήσων, καθορίζονται με την απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του παρόντος, μετά από πρόταση της οικείας περιφερειακής ένωσης δήμων.
2. Στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι η παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3854/2010 (ΦΕΚ 94Α) αντικαθίσταται ως εξής:
 « α. Το ποσό της αντίστοιχης εισφοράς ή του τέλους των δήμων προς τους ΦΟΔΣΑ, αποτελεί μέρος των εσόδων των δήμων από το ανταποδοτικό τέλος καθαριότητας.
 β. Τα αναλογούντα ποσά των δήμων προς τον οικείο ΦΟΔΣΑ, σύμφωνα με τα ανωτέρω, παρακρατούνται υποχρεωτικά από τη ΔΕΗ Α.Ε ή τον εναλλακτικό προμηθευτή από τα έσοδα του ενιαίου ανταποδοτικού τέλους καθαριότητας και φωτισμού που αναλογούν στο δήμο και αποδίδονται στο δικαιούχο ΦΟΔΣΑ με τη διαδικασία του άρθρου 43 του ν. 3979/2011 (ΦΕΚ 138Α), εφόσον λάβει σχετική απόφαση το οικείο δημοτικό συμβούλιο, περί  παρακράτησης και απόδοσης από τους ανωτέρω φορείς των οφειλόμενων ποσών στο ΦΟΔΣΑ. Σε  κάθε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής από δήμο τριμηνιαίας δόσης της ετήσιας εισφοράς ή του τέλους των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τον οικείο ΦΟΔΣΑ πέραν του ενός μηνός, το οφειλόμενο ποσό παρακρατείται υποχρεωτικά   από τους ΚΑΠ του υπόχρεου δήμου και αποδίδεται σε αυτόν με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μετά από αίτημα του οικείου ΦΟΔΣΑ.
γ. Στις περιπτώσεις που οι ΦΟΔΣΑ  συνάπτουν συμβάσεις σύμπραξης βάσει του άρθρου 17 του ν. 3389/2005, για την ασφάλεια των συμβάσεων αυτών, επιτρέπεται να εκχωρούν έσοδά τους, που προέρχονται από τις εισφορές των μελών τους ή τα τέλη παροχής των υπηρεσιών τους.».
3. Στην παράγραφο 3 προβλέπεται ότι μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας συγχώνευσης των φορέων ΦΟΔΣΑ στον περιφερειακό σύνδεσμο, οι περιφερειακοί σύνδεσμοι ΦΟΔΣΑ χρηματοδοτούνται για την κάλυψη των λειτουργικών τους αναγκών από τους ΚΑΠ των δήμων, με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών μετά από γνώμη της ΚΕΔΕ.
4. Στην παράγραφο ορίζεται ότι:
α. Με απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής του  περιφερειακού συνδέσμου ΦΟΔΣΑ ή του διοικητικού συμβουλίου του  ΦΟΔΣΑ νήσων, οι αρμοδιότητες της Προϊσταμένης αρχής ή και της Διευθύνουσας Υπηρεσίας για τις μελέτες, τις υπηρεσίες και τα έργα της παραγράφου 3 του άρθρου 1 της  ΚΥΑ 2527/2009, δύναται να ανατίθενται στην οικεία περιφέρεια ύστερα από σύμφωνη γνώμη του περιφερειάρχη.
β. Με την ίδια ως άνω διαδικασία, μπορεί η οικεία περιφέρεια να παρέχει διοικητική και τεχνική υποστήριξη στον  ΦΟΔΣΑ, όταν αυτός ενεργεί ως Αναθέτουσα αρχή  κατά τις διατάξεις του ν.3389/2005 (ΦΕΚ 232Α), όπως ισχύει. Στη σχετική απόφαση που λαμβάνεται κατά τα ανωτέρω, αναφέρονται οι αρμόδιες υπηρεσίες, επιτροπές ή άλλα γνωμοδοτικά όργανα της περιφέρειας που παρέχουν τη διοικητική και τεχνική υποστήριξη, τα οποία ενεργούν για λογαριασμό του ΦΟΔΣΑ ως Αναθέτουσας αρχής.
γ. Οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως στον διαβαθμιδικό σύνδεσμο του άρθρου 211 του ν. 3852/2010, όπως ισχύει και στους φορείς της παρ. 2 του άρθρου 17 του παρόντος.
5. Στην παράγραφο 5 ορίζεται ότι:
α. Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 211 του ν. 3852/2010 μετά τη λέξη «επεξεργασία» προστίθενται οι λέξεις «η μεταφόρτωση» και οι παρ. 2  και 3 αντικαθίστανται ως εξής:
 «2. Όργανα διοίκησης του συνδέσμου είναι το διοικητικό συμβούλιο, η εκτελεστική επιτροπή και ο πρόεδρος.  Πρόεδρος του συνδέσμου είναι ο περιφερειάρχης Αττικής ή αντιπεριφερειάρχης που ορίζεται από αυτόν.  Το διοικητικό συμβούλιο αποτελείται από εξήντα (60) μέλη, εκ των οποίων τα είκοσι τέσσερα (24) εκλέγονται μεταξύ των αντιπεριφερειαρχών και των περιφερειακών συμβούλων από το περιφερειακό συμβούλιο και εκπροσωπούν την περιφέρεια και τα υπόλοιπα τριάντα έξι (36) ορίζονται από την περιφερειακή ένωση δήμων Αττικής μεταξύ των δημάρχων και δημοτικών συμβούλων των δήμων που είναι μέλη του εν λόγω συνδέσμου και εκπροσωπούν τους δήμους.
 Η  εκτελεστική επιτροπή αποτελείται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου ως πρόεδρο και έξι (6) μέλη, τα οποία, μαζί με τέσσερα (4) αναπληρωματικά,  εκλέγονται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του διοικητικού συμβουλίου.  Tρία (3) τακτικά μέλη και δύο (2) αναπληρωματικά, εκλέγονται μεταξύ όσων υποδεικνύονται από τους εκπροσώπους της περιφέρειας και τα άλλα τρία (3) και δύο (2) αντιστοίχως, εκλέγονται μεταξύ όσων υποδεικνύονται από τους εκπροσώπους των δήμων. Αν δεν καταστεί δυνατή η εκλογή μελών της εκτελεστικής επιτροπής κατά την πρώτη ψηφοφορία διενεργείται δεύτερη ψηφοφορία και εκλέγονται αυτοί που θα συγκεντρώσουν κατά σειρά τους περισσότερους σταυρούς προτίμησης από κάθε κατηγορία εκπροσώπων. Κατά την πρώτη συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής εκλέγεται ως αντιπρόεδρος αυτής ένα από τα μέλη της.
Ο πρόεδρος του συνδέσμου με απόφασή του μπορεί να μεταβιβάζει αρμοδιότητές του στον αντιπρόεδρο και τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής.
3. Με την υπουργική απόφαση της παραγράφου 1 καθορίζονται  οι ετήσιες εισφορές που καταβάλλουν τα μέλη του συνδέσμου, η διαδικασία αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων του Ε.Σ.Δ.Κ.Ν.Α, οι υπηρεσίες για τις οποίες επιβάλλονται τέλη, η χρονική διάρκεια και ο χρόνος έναρξης λειτουργίας του, καθώς και κάθε αναγκαία για τη λειτουργία του λεπτομέρεια.».
β. Οι διατάξεις των άρθρων του παρόντος  που αφορούν τη διοίκηση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες  των οργάνων των περιφερειακών συνδέσμων ΦΟΔΣΑ, καθώς και  ειδικές διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων περί ΦΟΔΣΑ, εφαρμόζονται αναλόγως και  στο σύνδεσμο του άρθρου 211 του ν. 3852/2010. Για τα λοιπά θέματα διοίκησης και λειτουργίας του, εφαρμόζονται οι σχετικές περί συνδέσμων διατάξεις του ΚΔΚ.
γ. Η   θητεία των μελών του διοικητικού συμβουλίου του συνδέσμου του άρθρου 211 του ν. 3852/2010 που συγκροτήθηκε πριν την ισχύ του παρόντος , ισχύει για όλη τη διανυόμενη δημοτική και περιφερειακή περίοδο. Η εκτελεστική επιτροπή εκλέγεται για όλη την τρέχουσα δημοτική και περιφερειακή περίοδο στην πρώτη από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου.
6. Στην παράγραφο 6 προβλέπεται ότι στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 42 του ν. 3979/2011 μετά τη λέξη «ΑΣΑ» προστίθενται οι λέξεις «σύμφωνα με τις προβλέψεις του περιφερειακού σχεδίου στερεών αποβλήτων» και το δεύτερο εδάφιο του ιδίου άρθρου αντικαθίσταται ως εξής:
«Με απόφαση των υπουργών Εσωτερικών, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ασφαλή συλλογή και μεταφορά των αποβλήτων, η οργάνωση των συστημάτων μεταφοράς, οι τεχνικές προδιαγραφές των μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς, θέματα σχετικά με τη διαμόρφωση των απαιτούμενων χώρων φορτοεκφόρτωσης στα σημεία υποδοχής, η διαδικασία αδειοδότησης, η χάραξη χερσαίων και ναυτιλιακών γραμμών και δρομολογίων καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.».
7. Στην παράγραφο 7 προβλέπεται ότι οι ΦΟΔΣΑ που λειτουργούν με τη μορφή της Α.Ε κατά τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 16 του παρόντος, κατ’ εξαίρεση και για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση των σκοπών τους μπορούν να συμμετέχουν, ως κύρια συμβαλλόμενα μέρη, στις προγραμματικές συμβάσεις που συνάπτονται κατά τις διατάξεις του άρθρου 100 του ν. 3852/2010.
8. Στην παράγραφο 8 προβλέπεται ότι το μόνιμο προσωπικό καθώς και εκείνο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετεί στους ΦΟΔΣΑ  που συγχωνεύονται, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής και του προσωπικού  των δήμων  που ασκούν αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ και απασχολείται στις οικείες υπηρεσίες, καθίσταται, αυτοδικαίως,  από το χρόνο δημοσίευσης της πράξης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης περί συγχώνευσης, με την ίδια σχέση εργασίας, προσωπικό του περιφερειακού συνδέσμου. Συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που βρίσκονται σε ισχύ, συνεχίζονται από τον περιφερειακό  σύνδεσμο μέχρι τη λήξη τους. Το ανωτέρω προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό καθεστώς στο οποίο υπαγόταν πριν την κατάταξή του στον περιφερειακό σύνδεσμο.
 9. Στην παράγραφο 9 ορίζεται ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται εντός πέντε (5) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης σύστασης του συνδέσμου, ψηφίζεται ο οργανισμός εσωτερικής υπηρεσίας του  συνδέσμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3584/2007, όπως ισχύει. Με τον οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας, μπορούν να προβλέπονται αποκεντρωμένες υπηρεσιακές μονάδες του συνδέσμου που λειτουργούν σε άλλο οικισμό εκτός της έδρας του.
10. Στην παράγραφο 10 προβλέπεται ότι το μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό των φορέων της παραγράφου 1 του άρθρου 16 του παρόντος που συγχωνεύονται, περιλαμβανομένων και όσων απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής, κατατάσσεται σε αντίστοιχες κενές οργανικές θέσεις κατά κατηγορία και κλάδο ή σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις του συνδέσμου, οι οποίες καταργούνται κατά την αποχώρηση του υπαλλήλου. Η πράξη κατάταξης του προσωπικού εκδίδεται από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο χρόνος προϋπηρεσίας του ανωτέρω προσωπικού αναγνωρίζεται για όλες τις συνέπειες.
11. Στην παράγραφο 11 προβλέπεται ότι αρμοδιότητες ΦΟΔΣΑ που έχουν ανατεθεί σε άλλο νομικό πρόσωπο κατά τις διατάξεις της παρ. 5 του ν. 3536/2007 όπως ισχύει, εξακολουθούν να ασκούνται από αυτό για όσο χρόνο προβλέπεται στη σχετική απόφαση ανάθεσης.
12. Στην παράγραφο 12 ορίζεται, τέλος, ότι για όσα θέματα  διοίκησης και λειτουργίας του περιφερειακού συνδέσμου ΦΟΔΣΑ και του ΦΟΔΣΑ νήσων δεν ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται οι διατάξεις περί συνδέσμων ΟΤΑ του κ.ν. 3463/2006 (ΚΔΚ).  Οι διατάξεις των παρ. 4,5,6,7, 8 και 9 του άρθρου 104 του ν. 3852/2010 όπως ισχύουν καθώς και κάθε άλλη ειδική διάταξη αντίθετου περιεχομένου από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται. Όπου σε διατάξεις νόμων αναφέρονται οι φορείς της παρ.4 του άρθρου 104 του ν. 3852/2010, από τη δημοσίευση του παρόντος νοούνται οι φορείς των άρθρων 16 και 17 του παρόντος.

Στο άρθρο 18 περιέχονται ρυθμίσεις για θέματα που αφορούν τις αποκεντρωμένες διοικήσεις.
Ειδικότερα:
1. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 1 διάταξη  ορίζεται η  συγκέντρωση των εσόδων που προέρχονται από την μίσθωση χώρων στους χερσαίους συνοριακούς σταθμούς στον λογαριασμό του άρθρου 49 του ν.3986/2011 ο οποίος αφορά τις αποκεντρωμένες διοικήσεις και με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών διατίθενται στις αποκεντρωμένες διοικήσεις στις οποίες ανήκουν οι σταθμοί με σκοπό να διατεθούν για την βελτίωση των εγκαταστάσεων και την περαιτέρω αναβάθμισή τους.
2. Με την προτεινόμενη διάταξη της παραγράφου 2 οι θέσεις των ειδικών συμβούλων και ειδικών συνεργατών του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης από έξι που ίσχυαν για τους Γενικούς Γραμματείς των (κρατικών) Περιφερειών μειώνονται σε δύο. Οι υπόλοιπες τέσσερις θέσεις μετατρέπονται σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων κατηγορίας ΠΕ, ΤΕ ή ΔΕ και η σχέση εργασίας είναι σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εξάμηνης διάρκειας η οποία ανανεώνεται ανά εξάμηνο και λύεται αμέσως όταν ο Γενικός Γραμματέας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του. Οι αποδοχές του προσωπικού αυτού είναι ίσες με τις αποδοχές του Ειδικού Συνεργάτη του Γενικού Γραμματέα. Με την διάταξη αυτή η στελέχωση των Γραφείων των Γενικών Γραμματέων γίνεται πιο ευχερής και προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε αποκεντρωμένης διοίκησης.
3. Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παραγράφου 3 αίρονται οι περιορισμοί στον αριθμό των υπαλλήλων που μετατάσσονται στην Υπηρεσία του Ελεγκτή Νομιμότητας τόσο από τους ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού (περίπτωση α)) όσο και από το δημόσιο τομέα και το Υπουργείο Εσωτερικών  (περίπτωση β)). Η άρση ισχύει μόνο κατά την πρώτη εφαρμογή των μετατάξεων αυτών δηλαδή ευθύς μόλις συγκροτηθούν οι υπηρεσίες και δεν θα ισχύει για τις μετέπειτα μετατάξεις για τις οποίες θα ισχύσει το όριο του άρθρου 239 του ν.3852/2010. Η διάταξη είναι αναγκαία ώστε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική στελέχωση των Υπηρεσιών του Ελεγκτή Νομιμότητας.
4. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 4 διάταξη παρέχεται η ευχέρεια της απόσπασης υπαλλήλων από υπηρεσίες του δημοσίου και των νομικών του προσώπων που εδρεύουν στην Αττική στο Γραφείο του Γενικού Γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης Αιγαίου η οποία εδρεύει στον Πειραιά.
5. Με τη διάταξη της παραγράφου 5 ορίζεται η συγκρότηση των Συμβουλίων Εθνικών Κληροδοτημάτων στα όρια κάθε περιφέρειας και όχι στα όρια της αποκεντρωμένης διοίκησης έτσι ώστε να καθίσταται ευχερέστερη η στελέχωσή τους. Την σχετική αρμοδιότητα ασκεί ο Γενικός Γραμματέας της αποκεντρωμένης διοίκησης.
6. Η Επιτροπή του άρθρου 25, παρ.2 του ν.1892/1990 για την έγκριση επενδύσεων  και αγοράς ακινήτων στις παραμεθόριες περιοχές, όπως ισχύει,  συγκροτείται έως τώρα στα όρια κάθε νομού. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 6 διάταξη, λόγω της ανασυγκρότησης των υπηρεσιών που ανήκουν πλέον στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση, θα συστήνεται στα διοικητικά όρια κάθε περιφέρειας με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
7. Στην παράγραφο 7 ορίζεται ότι η επιτροπή που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του α.ν. 582/1968 (περί κοιμητηρίων), συγκροτείται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και αποτελείται από τον προϊστάμενο της Τεχνικής Υπηρεσίας του δήμου, τον Προϊστάμενο της οικείας Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και από τον οικείο νομίατρο.
8. Με τη ρύθμιση της παραγράφου 8 η έκθεση απογραφής των περιουσιακών στοιχείων των ΝΕΛΕ που περιέρχονται στον οικείο δήμο εγκρίνεται από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης αντί του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών.
9. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 9 διάταξη παρατείνεται η θητεία των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων των Αποκεντρωμένων Αυτοδιοικήσεων που ορίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 51, παρ. 1β του ν.3905/2010 με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και η οποία έληξε την 31.12.2011. Η θητεία παρατείνεται από την 1.1.2012 έως την τοποθέτηση των νέων προϊσταμένων σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
10. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 10 διάταξη παρατείνεται η λειτουργία των πενταμελών υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτήθηκαν με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας για την άσκηση των λοιπών, πέραν της επιλογής προϊσταμένων, αρμοδιοτήτων και των οποίων η θητεία έληξε την 31.1.2011. Η θητεία τους παρατείνεται ως την έναρξη της λειτουργίας των προβλεπομένων στα άρθρα 158 και 159 του ν. 3528/2007 υπηρεσιακών συμβουλίων
11. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 11 διάταξη ορίζεται ότι τα Συμβούλια Επιλογής Προϊσταμένων και τα Υπηρεσιακά Συμβούλια των άρθρων 158 και 159 του ν. 3528/2007 πρέπει να ολοκληρώσουν την επιλογή των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων των αποκεντρωμένων διοικήσεων εντός δύο μηνών από την έναρξη της λειτουργίας τους.
12. Στις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις περιλαμβάνονται ορισμένες αρμοδιότητες για την άσκηση των οποίων απαιτείται η σύναψη σύμβασης δημοσίου έργου, μελέτης ή υπηρεσίας του ν.3316/2005 όπως είναι η εκτέλεση των αποφάσεων κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων ή κατασκευών, η αποξήλωση διαφημιστικών πινακίδων, η ανάθεση μελετών περιβαλλοντικού χαρακτήρα, οι μελέτες ή οι υπηρεσίες υποστήριξης για την οριοθέτηση ρεμάτων κ.λπ. Με τη διάταξη της παραγράφου 12 ορίζονται τα αρμόδια γνωμοδοτούντα και αποφαινόμενα όργανα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις συνάπτουν συμβάσεις δημοσίων έργων με ιδιώτες αναδόχους για την εκτέλεση έργων, τη σύνταξη μελετών, ή την παροχή υπηρεσιών του ν.3316/2005, για όλες τις παραπάνω περιπτώσεις. 
13. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 13 διάταξη τα πρόστιμα για την παράνομη υπαίθρια διαφήμιση επί των εθνικών οδών που επιβάλλεται από τον γενικό γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης αποδίδονται πλέον στην οικεία αποκεντρωμένη διοίκηση.
14. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 14 διάταξη τα πρόστιμα από την παράνομη τοποθέτηση διαφημιστικών πινακίδων στην περίπτωση που επιβάλλονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης μετά την άρνηση των αρμοδίων ΟΤΑ να τις αφαιρέσουν περιέρχονται στην οικεία αποκεντρωμένη διοίκηση.
15. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 15 διάταξη  ανατίθεται στον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης η αρμοδιότητα της έκδοσης απόφασης για την απομάκρυνση  των παράνομων διαφημιστικών πλαισίων και υπαίθριων διαφημιστικών πινακίδων που βρίσκονται σε αρχαιολογικούς χώρους, σε ιστορικά μνημεία και στις ζώνες προστασίας γύρω από αυτούς. Με την ίδια απόφαση καταλογίζονται σε βάρος των υπαιτίων τα πρόστιμα και η δαπάνη για την αφαίρεσή τους. Προϋπόθεση για την έκδοση της  απόφασης είναι η έγγραφη ειδοποίηση από την «Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων και Αναπλάσεις Α.Ε.»(Ε.Α.Χ.Α. Α.Ε.) και της αρμόδιας υπηρεσίας του ΥΠΕΚΑ και εφόσον δεν έχει καταλογιστεί η δαπάνη και δεν έχουν επιβληθεί πρόστιμα από το ΥΠΕΚΑ ή εφόσον έχει παρέλθει ένας μήνας από την ειδοποίηση και δεν έχουν αφαιρεθεί τα παράνομα πλαίσια ή πινακίδες.
16. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 16 διάταξη μεταφέρεται στον γενικό γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης η έγκριση της μετακίνησης των αιρετών των ΟΤΑ πρώτου και δευτέρου βαθμού στο εξωτερικό,  αρμοδιότητα που ασκούσε έως τώρα ο Υπουργός Εσωτερικών.
17. Με την προτεινόμενη στη παράγραφο 17 διάταξη η αρμοδιότητα της εκπόνησης των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων και των ΣΧΟΟΑΠ μεταφέρεται στους δήμους ενώ η άσκηση της αρμοδιότητας της έγκρισης των ανωτέρω σχεδίων ανήκει στις αποκεντρωμένες διοικήσεις.


Στο άρθρο 19 περιέχονται λοιπές διατάξεις.
Ειδικότερα:
1. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 1 ρύθμιση  ανακαθορίζεται η σύνθεση της Εθνικής Επιτροπής Γεωγραφικών Ονομάτων  στην οποία προτείνεται να μετέχουν υπηρεσιακοί παράγοντες των Υπουργείων Εξωτερικών, Εσωτερικών καθώς και οι Διοικητές της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού και της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Ναυτικού. Δεν μετέχουν πλέον στην Επιτροπή οι Γενικοί Γραμματείς των Υπουργείων Εξωτερικών και Εσωτερικών λόγω που απολύτως υπηρεσιακού ρόλου της Επιτροπής. Επίσης ορίζεται ότι για την συμμετοχή στις εργασίες της Επιτροπής και στις Ομάδες Εργασίας που συστήνει η Επιτροπή δεν προβλέπεται αμοιβή.
2. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 2 διάταξη προσαρμόζεται η σύνθεση της Επιτροπής Τοπωνυμιών του άρθρου 8 τουν.3463/2006 στην μεταβολή της διοικητικής δομής όπως θεσπίζεται με τον  ν.3852/2010 και συγκεκριμένα στην υποκατάσταση της κρατικής περιφέρειας από την αποκεντρωμένη διοίκηση και στην υποκατάσταση των τοπικών ενώσεων δήμων και κοινοτήτων από τις περιφερειακές ενώσεις δήμων.
3. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 3 διάταξη προσαρμόζεται η εποπτεία του Υπουργείου Εσωτερικών στο Ταμείο Αλληλοβοηθείας Υπαλλήλων του Υπουργείου Εσωτερικών, μετά την διάσπαση του ενιαίου Υπουργείου Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.
4. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 4 διάταξη προσαρμόζεται η σύνθεση της Επιτροπής Ορίων του άρθρου 11 του ν. 3463/2010 στη νέα διοικητική δομή της χώρας έτσι ώστε να ορίζεται από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης  ενώ στην σύνθεσή της εκτός των δημάρχων των ενδιαφερομένων δήμων μετέχουν  και δύο μηχανικοί από οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία αντί της (πρώην κρατικής) περιφέρειας που ορίζει η ισχύουσα διάταξη.
5. Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 5 διάταξη ανακαθορίζεται η σύνθεση της επιτροπής η οποία είναι αρμόδια για την κατανομή των πιστώσεων για την κάλυψη των λειτουργικών δαπανών των σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης προκειμένου να προσαρμοστεί στην νέα διοικητική δομή της χώρας.
6. Με τη ρύθμιση της παραγράφου 6 τροποποιείται το άρθρο 4 του Ν 3130/2003 ως προς τη διάρκεια των μισθώσεων ακινήτων δήμων, περιφερειών ή ανωνύμων εταιρειών τους. Η ως άνω τροποποίηση κρίνεται απαραίτητη προκειμένου η Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων να συνάπτει απευθείας μισθώσεις με τους φορείς που προβλέπονται από το άρθρο 3παρ. 2 περιπτ. β΄ του ως άνω νόμου, για την κάλυψη των αναγκών στέγασης των συμβουλευτικών της κέντρων. Το κόστος στέγασης και λειτουργίας των Συμβουλευτικών κέντρων καλύπτεται αποκλειστικά από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα και συνεπώς η διάρκεια της μίσθωσης χρειάζεται να συμπίπτει με το χρόνο συγχρηματοδότησης  του εκάστοτε προγράμματος. Για το λόγο αυτό κρίνεται απαραίτητη η τροποποίηση της ως άνω διάταξης.
7. Μετά την εφαρμογή των διατάξεων της περ. α΄ της παρ. 12 του άρθρου 49 του ν.3943/2011 (ΦΕΚ Α΄ 66) και την ανάληψη καθηκόντων από τον Γενικό Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών στο Υπουργείο Εσωτερικών, στον οποίο υπάγεται πλέον και η Διεύθυνση Οικονομικών ΟΤΑ, είναι απαραίτητη η προτεινόμενη στην παράγραφο 7 ρύθμιση, προκειμένου να μετέχει αυτός ως καθ’ ύλην αρμόδιος, στην Επιτροπή αντιμετώπισης προβλημάτων κατά την άσκηση του προληπτικού ελέγχου δαπανών των δήμων από το Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ελεγκτική Επιτροπή που προβλέπεται στις διατάξεις για το Ειδικό Πρόγραμμα Εξυγίανσης των ΟΤΑ.
8.Η μεταγραφή των αποφάσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 274 του ν.3463/2006, εφόσον δεν έχει συντελεστεί στα οικεία υποθηκοφυλακεία, γίνεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
Με την προτεινόμενη στην παράγραφο 8 διάταξη παρατείνεται η προθεσμία εντός της οποίας οι δήμοι οφείλουν να μεταγράψουν στα οικεία υποθηκοφυλακεία την πράξη μεταβίβασης της κυριότητας των σχολικών κτιρίων. Η προθεσμία αρχικά ήταν ένα έτος από τη δημοσίευση του ν.3463/2006 αλλά σε πολλές περιπτώσεις είχε παρέλθει άπρακτη. Μετά από αίτημα της ΚΕΔΕ η προθεσμία καθορίζεται εκ νέου ως αποκλειστική και είναι έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.
9. Με τη ρύθμιση της παραγράφου 9 αντικαθίσταται η παράγραφος 5 του άρθρου 41 του ν.3801/2009, όπως ισχύει, ως εξής:
«Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών ορίζεται το εφαρμοζόμενο παιδαγωγικό πρόγραμμα στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς των Δήμων, συστήνεται επιτροπή αξιολόγησής του στην οποία προεδρεύει ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών και μετέχουν υπηρεσιακά στελέχη των Υπουργείων Εσωτερικών, Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, εκπρόσωποι των τμημάτων εκπαίδευσης και αγωγής στην προσχολική ηλικία των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας και εκπρόσωποι της ΚΕΔΕ και των εργαζομένων στους παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς με την ειδικότητα του βρεφονηπιοκόμου οι οποίοι είναι μέλη της ΠΟΕ ΟΤΑ και της ΠΟΠ ΟΤΑ, καθώς επίσης καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.».
10. Με την προτεινόμενη στη παράγραφο 10 διάταξη ρυθμίζονται ζητήματα που αναφέρονται στην μορφή και την χρήση των διαφημιστικών πινακίδων που τοποθετούνται στα στέγαστρα των στάσεων. Συγκεκριμένα, στα στέγαστρα στάσεων αναμονής επιβατών αστικών και υπεραστικών συγκοινωνιών επιτρέπεται η τοποθέτηση πλαισίων και διαφημίσεων στην αντίθετη προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας πλευρά των στεγάστρων, κάθετα προς τον άξονα της οδού καθώς και στην παράλληλη προς τον άξονα της οδού πλευρά αυτών. Όταν τα πλαίσια τοποθετούνται και στις δύο πλευρές των στεγάστρων πρέπει στην πλάτη αυτών να εξασφαλίζεται ελεύθερη δίοδος  μήκους τουλάχιστον ενός (1) μέτρου καθ΄όλο το ύψος αυτής. Η προβολή της διαφήμισης επιτρέπεται και στις δύο όψεις των πλαισίων.

Στο άρθρο 20, σύμφωνα με τον Κανονισμό 211/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν με αίτημά τους απευθείας προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να ζητήσουν να υποβάλλει  οποιαδήποτε κατάλληλη πρόταση για θέματα που οι πολίτες θεωρούν ότι χρειάζεται νομική πράξη της Επιτροπής για την εφαρμογή των συνθηκών.
Η πρωτοβουλία πολιτών υλοποιείται σε κάθε κράτος- μέλος από επιτροπή πολιτών (διοργανωτές) υπεύθυνη για την κατάρτιση της πρωτοβουλίας, τη συγκέντρωση των δηλώσεων υποστήριξης και την υποβολή αυτής στην Επιτροπή και όπως κατά τα λοιπά ορίζεται ειδικότερα από τον ανωτέρω Κανονισμό.
Οι διοργανωτές υπόκεινται σε κυρώσεις για παραβάσεις του ανωτέρω Κανονισμού (άρθρο 14 Κανονισμού).  Για το λόγο αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ζητήσει από τα κράτη –μέλη να προβούν σε νομοθετική ρύθμιση για την επιβολή κυρώσεων στις περιπτώσεις παραβίασης του Κανονισμού, σε περίπτωση που αυτό δεν καλύπτεται από την εσωτερική τους νομοθεσία.
Ο ανωτέρω Κανονισμός, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του, ισχύει σε κάθε κράτος μέλος και εφαρμόζεται από την 1η Απριλίου 2012.
Ειδικότερα:
Α) Η ρύθμιση της παραγράφου 1 προβλέπεται στο άρθρο 12 του Κανονισμού και αποσκοπεί στην τήρηση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται από την οδηγία 95/46/ΕΚ.
Β) Οι ρυθμίσεις των παραγράφων 2,3 και 4 προβλέπονται από το άρθρο 14 του Κανονισμού και αφορούν παραβάσεις αυτού από πλευράς διοργανωτών και τις επιβαλλόμενες επ΄αυτών κυρώσεις.
Γ)  Με την παράγραφο 5 ορίζεται ως έναρξη ισχύος του Κανονισμού η 1η Απριλίου 2012 όπως προβλέπεται από το άρθρο 13 αυτού. 


Στο άρθρο 21 περιέχονται οι καταργούμενες ρυθμίσεις








 Μέρος Δεύτερο
Ενσωμάτωση Οδηγίας 2009/50 σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης και λοιπές διατάξεις


Πρώτο Κεφάλαιο
Με το άρθρο 22 καθορίζεται ότι σκοπός της προτεινόμενης ρύθμισης.
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
Σκοπός του παρόντος Κεφαλαίου είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 25ης Μαΐου 2009, «σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης» (EE L 155 της 18.6.2009), η οποία καθορίζει:
α) τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής στην ελληνική επικράτεια, για διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις μήνες, πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης, ως κατόχων μπλε κάρτας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους,
β) τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής των κατόχων μπλε κάρτας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους σε κράτη μέλη διαφορετικά από εκείνο που τους χορήγησε αρχικά τη μπλε κάρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με το άρθρο 23 παρέχονται οι αναγκαίοι για τη σαφήνεια των προτεινόμενων ρυθμίσεων και την ορθή εφαρμογή τους ορισμοί, μεταξύ των οποίων καθοριστικής σημασίας συνιστά η έννοια της «απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης». Ο ορισμός αυτός βασίζεται σε δύο στοιχεία: το πρώτο είναι η απαίτηση άσκησης μισθωτής οικονομικής δραστηριότητας, αποκλείοντας επομένως πολίτες τρίτων χωρών που επιθυμούν να ασκήσουν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα. Το δεύτερο στοιχείο καλύπτει την απαίτηση κατοχής «υψηλών επαγγελματικών προσόντων». Στο πλαίσιο αυτό στον ορισμό των υψηλών επαγγελματικών προσόντων, προβλέπεται η πιστοποίηση των προσόντων αυτών είτε μέσω της κατοχής τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, είτε, για τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην εθνική μας νομοθεσία, μέσω της αναγνώρισης πέντε ετών επαγγελματικής πείρας στο επάγγελμα.
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, νοούνται ως:
α) «Πολίτης τρίτης χώρας», κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
β) «Απασχόληση υψηλής ειδίκευσης»: απασχόληση προσώπου, το οποίο:
i) προστατεύεται με βάση την ελληνική εργατική νομοθεσία ως μισθωτός, που παρέχει γνήσια και αποτελεσματική εργασία για λογαριασμό ή υπό την καθοδήγηση άλλου, ανεξάρτητα από το νομικό τύπο που η σχέση αυτή έχει περιβληθεί.
ii) αμείβεται και
iii) έχει την απαιτούμενη επαρκή και ειδική γνώση, που αποδεικνύεται από υψηλά επαγγελματικά προσόντα, όπως αυτά ορίζονται στο παρόν Κεφάλαιο.
γ) «Μπλε κάρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «Μπλε κάρτα της ΕΕ»)»: η άδεια που φέρει τη μνεία «Μπλε κάρτα της ΕΕ», και επιτρέπει στον κάτοχό της να διαμένει και να εργάζεται νόμιμα στην ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Κεφαλαίου.
δ) «Πρώτο κράτος μέλος»: το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο χορήγησε για πρώτη φορά τη ««Μπλε κάρτα»» σε πολίτη τρίτης χώρας.
ε) «Δεύτερο κράτος μέλος»: κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαφορετικό από το πρώτο κράτος μέλος.
στ) «Μέλη οικογένειας»: οι πολίτες τρίτων χωρών όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 4, παρ.1 του υπ’αρ.131/2006 Προεδρικού Διατάγματος «Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2003/86/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης» (ΦΕΚ 143 Α’).
ζ) «Υψηλά επαγγελματικά προσόντα»: τα προσόντα που πιστοποιούνται από τίτλο σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης ή εφόσον αυτό προβλέπεται, κατά παρέκκλιση, από την εθνική νομοθεσία, από πέντε τουλάχιστον έτη επαγγελματικής εμπειρίας επιπέδου ανάλογου προς τίτλο σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης και σχετικής με το επάγγελμα ή τον τομέα που προσδιορίζεται στη σύμβαση εργασίας.
η) «Τίτλος σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης»: διπλώματα, πιστοποιητικά ή άλλοι τίτλοι τυπικών προσόντων, εκδοθέντα από αρμόδια αρχή με τα οποία πιστοποιείται η επιτυχής ολοκλήρωση προγράμματος εκπαίδευσης που έπεται της δευτεροβάθμιας, δηλαδή μιας δέσμης μαθημάτων που παρέχονται από εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο αναγνωρίζεται από το κράτος στο οποίο βρίσκεται ως ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης. Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου, ένας τίτλος σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης λαμβάνεται υπόψη, υπό τον όρο ότι οι σπουδές που απαιτήθηκαν για την απόκτησή του διήρκεσαν τουλάχιστον τρία έτη.
θ) «Επαγγελματική εμπειρία»: ο χρόνος πραγματικής και νόμιμης άσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματος.
ι) «Νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα»: το νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1, εδάφιο α του υπ’αρ.38/2010 Προεδρικού Διατάγματος «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων» (ΦΕΚ 78 Α’).

Με το άρθρο 24 ορίζεται το πεδίο εφαρμογής των ρυθμίσεων που ενσωματώνουν την Οδηγία για την «Μπλε Κάρτα».
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
1. Το παρόν Κεφάλαιο εφαρμόζεται σε πολίτες τρίτων χωρών που αιτούνται να τους επιτραπεί η είσοδος και διαμονή στην Ελληνική Επικράτεια για το σκοπό της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Κεφαλαίου.
2. Το παρόν Κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται στους πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι:
α) έχουν λάβει τίτλο διαμονής που τους επιτρέπει να διαμείνουν στην Ελλάδα δυνάμει προσωρινής προστασίας ή έχουν αιτηθεί να παραμείνουν για τον ίδιο λόγο και αναμένουν την έκδοση απόφασης σχετικά με το καθεστώς τους,
β) απολαμβάνουν διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του υπ’ αρ. 96/2008 Προεδρικού Διατάγματος «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των πολιτών τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους» (ΦΕΚ 152 Α’), όπως ισχύει.
γ) απολαμβάνουν προστασίας σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, τις διεθνείς υποχρεώσεις ή έχουν αιτηθεί προστασία σύμφωνα με τα προηγούμενα και για των οποίων την αίτηση δεν έχει ληφθεί ακόμη οριστική απόφαση,
δ) υποβάλλουν αίτηση για άδεια διαμονής στην Ελλάδα ως ερευνητές σύμφωνα με τις διατάξεις του υπ’ αρ.128/2008 Προεδρικού Διατάγματος «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/71/ΕΚ της 12ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την ειδική διαδικασία εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας» (ΦΕΚ 190 Α’),
ε) είναι μέλη οικογένειας πολιτών της Ένωσης που άσκησαν ή ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης   κυκλοφορίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του υπ’ αρ. 106/2007 Προεδρικού Διατάγματος «Ελεύθερη κυκλοφορία και διαμονή στην ελληνική επικράτεια των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους» (ΦΕΚ 106 Α’),
στ) απολαμβάνουν ευρωπαϊκό καθεστώς επί μακρόν διαμένοντος σε κράτος μέλος σύμφωνα με την Οδηγία 2003/109/ΕΚ και ασκούν το δικαίωμά τους να διαμένουν στην Ελλάδα, προκειμένου να ασκήσουν μισθωτή ή ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα,
ζ) εισέρχονται στην Ελλάδα βάσει δεσμεύσεων οι οποίες περιλαμβάνονται σε διεθνή συμφωνία για τη διευκόλυνση της εισόδου και της προσωρινής διαμονής ορισμένων κατηγοριών φυσικών προσώπων σε σχέση με εμπορικές και επενδυτικές δραστηριότητες,
η) έχουν γίνει δεκτοί στην Ελλάδα ως εποχιακοί εργαζόμενοι, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας
θ) υπόκεινται σε δικαστική απέλαση ή σε διαδικασία επιστροφής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3907/2011 (ΦΕΚ 7 Α’) ή του ν.3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α’), η οποία έχει ανασταλεί για πραγματικούς ή νομικούς λόγους,

ι) εμπίπτουν στις διατάξεις του υπ’ αρ. 219/2000 Προεδρικού Διατάγματος «Μέτρα για την προστασία των εργαζομένων που αποσπώνται για την εκτέλεση προσωρινής εργασίας στο έδαφος της Ελλάδας, στο πλαίσιο διεθνικής παροχής υπηρεσιών» (ΦΕΚ 190 Α’), με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία στην Οδηγία 96/71/ΕΚ της 16ης Δεκεμβρίου 1996 σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών, καθ΄ όσο διάστημα είναι αποσπασμένοι στην Ελλάδα.

Το παρόν Κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται σε πολίτες τρίτων χωρών και στα μέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, εφόσον, δυνάμει συμφωνιών που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της, αφενός, και των τρίτων χωρών προέλευσής τους, αφετέρου, απολαμβάνουν δικαιώματα ελεύθερης κυκλοφορίας ισοδύναμα με τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης.

3. Το παρόν Κεφάλαιο δεν θίγει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή των κρατών μελών της, αφενός, και μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών, αφετέρου, εφόσον σε αυτή απαριθμούνται επαγγέλματα τα οποία δεν θα πρέπει να εμπίπτουν στο παρόν Κεφάλαιο, προκειμένου, μέσω της προστασίας των ανθρώπινων πόρων όσων αναπτυσσομένων χωρών είναι συμβαλλόμενα μέρη στις συμφωνίες αυτές, να διασφαλίζεται ότι η πρόσληψη πολιτών τους θα διενεργείται σύμφωνα με τους κανόνες της δεοντολογίας σε τομείς που πάσχουν από έλλειψη προσωπικού.
4. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν θίγουν το δικαίωμα των αρμόδιων ελληνικών αρχών να εκδίδουν άδειες διαμονής, εκτός της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», για οποιονδήποτε σκοπό σχετικό με την απασχόληση. Τέτοιες άδειες διαμονής δεν παρέχουν δικαίωμα διαμονής στα άλλα κράτη μέλη, όπως προβλέπεται στο παρόν Κεφάλαιο.

Το άρθρο 25 περιέχει επιφύλαξη περί ευνοϊκότερων διατάξεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας ή στη βάση διμερών συμβάσεων.
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
Το παρόν Κεφάλαιο ισχύει υπό την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων:
α) της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της αφενός, και μίας ή περισσοτέρων τρίτων χωρών αφετέρου,
β) διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας ή περισσοτέρων κρατών μελών και ενός ή περισσοτέρων τρίτων χωρών.

Με το άρθρο 26 καθορίζονται οι προϋποθέσεις δικαιώματος διαμονής πολίτη τρίτης χώρας που αιτείται τη χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» στην Ελλάδα. Με τις παρακάτω προϋποθέσεις και ιδίως με τη ρύθμιση για την υψηλή αμοιβή των προς μετάκληση πολιτών τρίτων χωρών για «μπλε κάρτα» διασφαλίζεται ότι οι νεοεισερχόμενοι μετανάστες είναι πράγματι υψηλής ειδίκευσης.
Ειδικότερα, προβλέπεται ότι:
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 27, πολίτης τρίτης χώρας ο οποίος αιτείται τη χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ», υπό τους όρους του παρόντος Κεφαλαίου, θα πρέπει να πληροί τις εξής προϋποθέσεις:
α) να είναι κάτοχος ισχύοντος διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου που αναγνωρίζεται κατά τα οριζόμενα στην εθνική νομοθεσία και να έχει λάβει ειδική θεώρηση εισόδου για το σκοπό της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης. Η περίοδος ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου θα πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον την αρχική διάρκεια της άδειας διαμονής. Οι αρμόδιες προξενικές αρχές της χώρας χορηγούν στον πολίτη τρίτης χώρας κάθε διευκόλυνση για τη χορήγηση της απαιτούμενης θεώρησης.
β) να έχει συνάψει έγκυρη σύμβαση εργασίας με αντικείμενο την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης, διάρκειας ενός τουλάχιστον έτους στην Ελλάδα, από την οποία να προκύπτει ότι η αμοιβή του δεν υπολείπεται του κατώτατου ορίου μισθού για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης το οποίο προσδιορίζεται και δημοσιεύεται για το σκοπό αυτόν από την Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών. Το κατώτατο αυτό όριο ισούται τουλάχιστον με το 1,5 του ύψους του μέσου ακαθάριστου ετήσιου μισθού στην Ελλάδα, όπως αυτός προκύπτει με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Το προαναφερθέν ύψος μισθολογικού συντελεστή για τον υπολογισμό του εθνικού κατώτατου ορίου μισθού για εισδοχή πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσης μπορεί να αναπροσδιορίζεται κάθε φορά με την προβλεπόμενη παρακάτω στην παράγραφο 1 του άρθρου 27 του παρόντος Κεφαλαίου απόφαση. Με την ίδια απόφαση και εφόσον πρόκειται για απασχόληση σε επαγγέλματα στα οποία υπάρχει ιδιαίτερη ανάγκη για εργαζομένους από τρίτες χώρες και τα οποία εντάσσονται στις κλάσεις 1 και 2 της Διεθνούς Τυποποιημένης Ταξινόμησης Επαγγελμάτων (ISCO), μπορεί να καθορίζεται, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, διαφορετικό ύψος μισθολογικού συντελεστή, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 1,2 επί του ύψους του μέσου ακαθάριστου ετήσιου μισθού στην Ελλάδα. Στην περίπτωση αυτή, η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών κοινοποιεί κατ’ έτος στην Επιτροπή τον κατάλογο των επαγγελμάτων για τα οποία έχει αποφασισθεί τέτοια παρέκκλιση.
γ) εφόσον πρόκειται για νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα, να αποδεικνύει ότι πληροί τις  προϋποθέσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του υπ’ αρ.38/2010 Προεδρικού Διατάγματος «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7.9.2005 (ΦΕΚ 78 Α’) προκειμένης της άσκησης των εκεί αναφερομένων επαγγελμάτων από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα, ή, εφόσον πρόκειται για επάγγελμα που δεν περιλαμβάνεται σε αυτά, από τις οικείες διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που ρυθμίζουν την άσκηση αυτών από πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα. Ο προσδιορισμός των κατά περίπτωση εφαρμοστέων διατάξεων διενεργείται με βάση την περιγραφή του επαγγέλματος στην οικεία σύμβαση εργασίας,
δ) εφόσον πρόκειται για μη νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα, να αποδεικνύει τα υψηλά επαγγελματικά προσόντα, τα οποία πρέπει να είναι συναφή με το επάγγελμα ή τον τομέα που προσδιορίζεται στη σύμβαση εργασίας,
ε) να διαθέτει πλήρη ασφάλιση ασθενείας για το σύνολο των κινδύνων που καλύπτονται για τους ημεδαπούς
στ) να μην συντρέχει κίνδυνος για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια
ζ) να μην αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του ν.3386/2005 (ΦΕΚ 212 Α’).
2. Σε περίπτωση κατά την οποία συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής ειδικότερων συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων ή κοινών υπουργικών αποφάσεων για τον καθορισμό των όρων αμοιβής και εργασίας συγκεκριμένων κατηγοριών εργαζομένων, αυτές θα εφαρμόζονται και για τους εργαζόμενους υψηλής ειδίκευσης, με την προϋπόθεση ότι οι αποδοχές που καθορίζονται για τους συγκεκριμένους εργαζόμενους, δεν θα υπολείπονται του σχετικού κατωτάτου ορίου μισθού της παραγράφου 1 β, όπως αυτό θα δημοσιεύεται κάθε φορά, ενώ παράλληλα θα εφαρμόζονται και οι λοιποί όροι αυτών.
3. To παρόν άρθρο δεν θίγει τις εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις ή πρακτικές των σχετικών επαγγελματικών κλάδων για την απασχόλησης υψηλής εξειδίκευσης.

Το άρθρο 27 προβλέπει διαδικασία προσδιορισμού όγκου εισδοχής νεοεισερχόμενων μεταναστών με τις διαδικασίες για τη «Μπλε Κάρτα».
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
 1. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών, Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδεται κατά το τελευταίο τρίμηνο κάθε δεύτερου έτους καθορίζεται ο ανώτατος αριθμός θέσεων για εργασία υψηλής ειδίκευσης που χορηγούνται σε πολίτες τρίτων χωρών, ανά Περιφέρεια και ειδικότητα απασχόλησης. Με την ίδια απόφαση μπορεί να προβλέπεται προσαύξηση του ανώτατου αριθμού θέσεων για υψηλή ειδίκευση έως 10%, ώστε να καλύπτονται απρόβλεπτες και έκτακτες ανάγκες, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
2. Για την έκδοση της ανωτέρω κοινής υπουργικής απόφασης λαμβάνονται υπόψη, υποχρεωτικά, (α) σχετική γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, (β) του ΟΑΕΔ  καθώς και (γ) εισήγηση από τις Περιφέρειες της χώρας, κατόπιν αιτήματος των Υπουργών Εσωτερικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αναφορικά με τις υπάρχουσες ανάγκες εργασίας για προσωπικό υψηλής ειδίκευσης στην ελληνική επικράτεια. Οι ανάγκες αυτές θα προσδιορίζονται, ιδίως, με βάση τα ακόλουθα κριτήρια: το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, τη σκοπιμότητα της απασχόλησης, την προσφορά εργασίας από ημεδαπούς, ευρωπαίους πολίτες ή νομίμως διαμένοντες στη χώρα πολίτες τρίτων χωρών ανά ειδικότητα και τα ποσοστά ανεργίας ανά τομέα απασχόλησης. Με βάση τις ανωτέρω εισηγήσεις/γνώμες, οι οποίες διατυπώνονται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη γνωστοποίηση του θέματος, το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης επισπεύδει την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 1, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές εκθέσεις, καθώς και το συμφέρον της εθνικής οικονομίας.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση, όπως προαναφέρθηκε, η συγκεκριμένη διαδικασία αποκτά έντονα χαρακτηριστικά κοινωνικής και πολιτικής διαβούλευσης, καθώς για πρώτη φορά εμπλέκονται οι αιρετοί Περιφερειάρχες που καλούνται, άλλωστε, να παίξουν ενεργό ρόλο εφεξής στην αναπτυξιακή πορεία του τόπου τους, καθώς και οι κοινωνικοί εταίροι μέσω της ΟΚΕ.
 
Το άρθρο 28 ρυθμίζει τα της ακολουθητέας διαδικασίας υποβολής και εξέτασης του αιτήματος απόκτησης «Μπλε Κάρτας» από τον ενδιαφερόμενο πολίτη τρίτης χώρας μετά την είσοδό του στην Ελλάδα με την προβλεπόμενη ειδική θεώρηση εισόδου για «Μπλε Κάρτα».
Ειδικότερα προβλέπεται ότι: 
1. Ο πολίτης τρίτης χώρας που αιτείται τη χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» στην Ελλάδα, κατά τη διαδικασία του άρθρου 40 του παρόντος, οφείλει, μετά την είσοδό του στη Χώρα και πριν από τη λήξη της ειδικής θεώρησης εισόδου για το σκοπό της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης, να υποβάλει αίτηση για τη χορήγησή της. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση και ανανέωση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» κατατίθενται και εξετάζονται από τη Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών, ενώ οι σχετικές αποφάσεις εκδίδονται από τον Υπουργό Εσωτερικών. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών είναι δυνατός ο ανακαθορισμός των αρμόδιων υπηρεσιών για την υποβολή των αιτήσεων των πολιτών τρίτων χωρών για τη χορήγηση και ανανέωση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», την έκδοση των σχετικών αποφάσεων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια.
2. Μαζί με την αίτηση χορήγησης της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», ο αιτών επισυνάπτει τα απαιτούμενα,  σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 26, δικαιολογητικά που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών. Οι ρυθμίσεις του άρθρου 92 του ν.3386/2005 εφαρμόζονται αναλόγως.
3. Εάν τα δικαιολογητικά που κατατίθενται με την υποβολή της σχετικής αίτησης είναι ελλιπή, η αρμόδια υπηρεσία ενημερώνει σχετικώς τον αιτούντα και καθορίζει προθεσμία ενός μηνός για την υποβολή των απαιτούμενων συμπληρωματικών στοιχείων. Εκπρόθεσμες αιτήσεις, με την επιφύλαξη του άρθρου 11, παράγραφος 1 του ν.3386/2005, απορρίπτονται, εκτός εάν συντρέχουν, αποδεδειγμένως, λόγοι ανωτέρας βίας.
4. Στον πολίτη τρίτης χώρας, ο οποίος κατέθεσε εμπρόθεσμα αίτηση χορήγησης «Μπλε κάρτας της ΕΕ» με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείται η προβλεπόμενη στο  άρθρο 11 του ν.3386/05, βεβαίωση κατάθεσης, με την οποία θεωρείται ότι νομίμως διαμένει στη Χώρα, για όσο χρόνο αυτή ισχύει. Αν εκδοθεί απορριπτική απόφαση, η βεβαίωση παύει, αυτοδικαίως, να ισχύει.
5. Η αρμόδια υπηρεσία εξετάζει την αίτηση με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 26 του παρόντος, εκδίδει, μέσα σε 90 το αργότερο ημέρες από την περιέλευση σε αυτήν του συνόλου των απαιτούμενων δικαιολογητικών, σχετική απόφαση χορήγησης «Μπλε κάρτας της ΕΕ».
6. Οι σχετικές αποφάσεις κοινοποιούνται γραπτώς στον αιτούντα, σύμφωνα με τις διαδικασίες κοινοποίησης που προβλέπονται στην ισχύουσα νομοθεσία. Στην περίπτωση απόρριψης αίτησης για χορήγηση ή ανανέωση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» ή ανάκλησης αυτής, η σχετική απόφαση αναφέρει τους νομικούς και πραγματικούς λόγους για την έκδοσή της, καθώς και πληροφορίες για τα διαθέσιμα ένδικα μέσα  και τις προθεσμίες άσκησης αυτών.

Το άρθρο 29 προβλέπει τη διάρκεια, τον τύπο και τα δικαιώματα που ενσωματώνει η χορηγούμενη «Μπλε Κάρτα», καθώς επίσης την δυνατότητα, τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις ανανέωσής της. Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
1. Σε πολίτη τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 28, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 26 και δεν συντρέχουν οι λόγοι του άρθρου 30, χορηγείται «Μπλε κάρτα της ΕΕ».
2. Η ισχύς της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» είναι διετούς διάρκειας. Εάν η σύμβαση εργασίας καλύπτει περίοδο μικρότερη από την προαναφερόμενη, η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» εκδίδεται για τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας προσαυξημένη κατά τρεις μήνες.
3. Η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία με χρήση του ενιαίου τύπου που θεσπίζεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1030/2002 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 «για την καθιέρωση αδειών διαμονής ενιαίου τύπου για τους πολίτες τρίτων χωρών», όπως ισχύει, στην οποία αναγράφονται οι προϋποθέσεις πρόσβασης στην αγορά εργασίας. Στο σημείο «κατηγορία άδειας» της άδειας διαμονής, αναγράφεται «Μπλε κάρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
4. Ο πολίτης τρίτης χώρας στον οποίο έχει χορηγηθεί η «Μπλε κάρτα της ΕΕ», σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο, κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής:
α) δικαιούται να εισέρχεται, να εισέρχεται εκ νέου και να διαμένει στην Ελλάδα,
β) απολαμβάνει τα δικαιώματα που του αναγνωρίζονται με βάση το παρόν Κεφάλαιο.
5. Για την ανανέωση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», ο πολίτης τρίτης χώρας υποχρεούται να υποβάλει στην αρμόδια Υπηρεσία αίτηση, πριν από τη λήξη αυτής, η οποία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, όπως αυτά θα καθοριστούν με την απόφαση της παραγράφου 2 του άρθρου 28 του παρόντος Κεφαλαίου. Η αρμόδια Υπηρεσία εξετάζει την αίτηση και εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 26 και 28 και δεν συντρέχουν οι λόγοι των άρθρων 30 και 31 του παρόντος κεφαλαίου, εκδίδει απόφαση με την οποία ανανεώνεται για τρία έτη η «Μπλε κάρτα της ΕΕ». Εάν η σύμβαση εργασίας καλύπτει περίοδο μικρότερη από την προαναφερόμενη, η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» ανανεώνεται για τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας προσαυξημένη κατά τρεις μήνες.

Στο άρθρο 30 προβλέπονται αναλυτικά οι λόγοι απόρριψης μιας αίτησης για «μπλε κάρτα». Μεταξύ των άλλων (λ.χ. να μην πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσής της) προβλέπεται και η  απόρριψη στην περίπτωση που έχουν καλυφθεί οι προβλεπόμενες κενές θέσεις που έχουν καθοριστεί με τη διαδικασία του όγκου εισδοχής, αλλά και στην περίπτωση που ο εργοδότης έχει υποστεί κυρώσεις για αδήλωτη ή/και παράνομη απασχόληση.
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
1. Η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» δεν χορηγείται εάν ο αιτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 26 του παρόντος ή εάν τα προσκομιζόμενα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευθεί, σύμφωνα και με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 75 του ν .3386/05.
2. Μια αίτηση για «Μπλε κάρτα της ΕΕ» απορρίπτεται στις εξής περιπτώσεις:
α) εάν έχει καλυφθεί ο ανώτατος αριθμός θέσεων εργασίας πολιτών τρίτων χωρών για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης που έχει καθοριστεί σύμφωνα με την κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 27 του παρόντος Κεφαλαίου.
β)  εάν ο εργοδότης έχει υποστεί κυρώσεις σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία για αδήλωτη εργασία και/ή παράνομη απασχόληση.
3. Μία αίτηση για «Μπλε κάρτα της ΕΕ» μπορεί να απορριφθεί, προκειμένου να εξασφαλισθούν δεοντολογικές προσλήψεις σε τομείς που πάσχουν από έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού στις χώρες καταγωγής.

Στο άρθρο 31 προβλέπονται οι λόγοι ανάκλησης ή μη ανανέωσης χορηγηθείσας «Μπλε Κάρτας» κατ` αντιστοιχία με τους λόγους απόρριψης σχετικής αίτησης. Επισημαίνεται ιδίως ότι ανεργία δεν συνιστά λόγο ανάκλησης, εκτός εάν το διάστημα της ανεργίας ξεπερνά τους 3 συναπτούς μήνες. Ειδικότερα ορίζεται ότι:
1. Η «μπλε κάρτα της ΕΕ» που εκδίδεται βάσει του παρόντος Κεφαλαίου ανακαλείται ή δεν ανανεώνεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν αυτή έχει αποκτηθεί δολίως ή έχει πλαστογραφηθεί ή έχει άλλως νοθευθεί,
β) όταν διαφαίνεται ότι ο κάτοχος δεν πληρούσε ή δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής που θεσπίζονται στο παρόν Κεφάλαιο ή διαμένει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους του επετράπη η διαμονή,
γ) όταν ο κάτοχος δεν τήρησε τους περιορισμούς που προβλέπονται στα άρθρα 32 παράγραφοι 1 και 2 και στο άρθρο 33 του παρόντος κεφαλαίου.
2. Η έλλειψη της δήλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 και στο άρθρο 33 παράγραφος 3 του παρόντος κεφαλαίου δεν θεωρείται επαρκής λόγος ανάκλησης ή μη ανανέωσης της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», εάν ο κάτοχος μπορεί να αποδείξει ότι η δήλωση δεν διαβιβάστηκε στην αρμόδια υπηρεσία για λόγους μη αναγόμενους σε υπαιτιότητά του.
3. Η «Μπλε κάρτα της ΕΕ», που έχει εκδοθεί βάσει του παρόντος Κεφαλαίου, μπορεί να ανακαλείται ή να μην ανανεώνεται στις εξής περιπτώσεις:
α) για λόγους δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας,
β) όταν ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» δεν διαθέτει επαρκείς πόρους για τη συντήρησή του και ανάλογα με την περίπτωση, τη συντήρηση των μελών της οικογένειάς του, χωρίς να προσφεύγει στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Ελλάδας. Οι πόροι αυτοί αξιολογούνται ανάλογα με τη φύση και την τακτικότητά τους, μπορεί, δε, να λαμβάνεται υπόψη το ύψος των κατώτατων εθνικών αποδοχών και συντάξεων, καθώς και ο αριθμός των μελών της οικογένειας του ενδιαφερομένου. Η αξιολόγηση αυτή δεν πραγματοποιείται κατά την περίοδο ανεργίας που αναφέρεται στο άρθρο 33 του παρόντος κεφαλαίου.
γ) όταν ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» αιτείται την παροχή κοινωνικής πρόνοιας, με την προϋπόθεση ότι η αρμόδια, για τη χορήγηση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» υπηρεσία τον έχει ενημερώσει εκ των προτέρων εγγράφως για το θέμα αυτό.
4. Η ανεργία καθαυτή δεν αποτελεί λόγο ανάκλησης «Μπλε κάρτας της ΕΕ», εκτός εάν το διάστημα ανεργίας υπερβαίνει τρεις συναπτούς μήνες. Εφόσον η ανεργία συμβαίνει άνω της μίας φοράς κατά την διάρκεια ισχύος της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», η διάρκειά της δεν θα πρέπει να υπερβαίνει συνολικά τους τρεις μήνες.

Το άρθρο 32 ορίζει ότι η πρόσβαση στην αγορά εργασίας περιορίζεται στην άσκηση μισθωτής εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, ενώ η αλλαγή εργοδότη κατά την πρώτη διετία επιτρέπεται μόνο κατόπιν έγκρισης από την υπηρεσία χορήγησης της «Μπλε Κάρτας». Σημειώνεται ότι η Οδηγία για τη «Μπλε Κάρτα» θεωρεί μεν τους υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους ως πλεονέκτημα για την οικονομία της ΕΕ, αλλά εκτιμά ότι τα δικαιώματά τους, σε σχέση με την εργασία πρέπει να εξαρτώνται από τη διάρκεια της διαμονής τους. Ως εκ τούτου, για τη σταδιακή ενσωμάτωση του υψηλά ειδικευμένου εργαζόμενου στην αγορά εργασίας απαιτείται από την Οδηγία, κατά τα δύο πρώτα έτη νόμιμης απασχόλησής του, να δίνεται η ανωτέρω αναφερόμενη έγκριση. Επίσης, στο ίδιο άρθρο τίθενται περιορισμοί στην πρόσβαση κατόχων «Μπλε κάρτας της ΕΕ» σε δραστηριότητες, που σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, προορίζονται μόνο για ημεδαπούς ή αφορούν άσκηση δημόσιας εξουσίας, ενώ πρόσβαση στην αγορά εργασίας εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη της αρχής της κοινοτικής προτίμησης, όπως αυτή έχει εκφραστεί στις σχετικές διατάξεις της Πράξης Προσχώρησης του 2003 και του 2005.
Ειδικότερα ορίζεται ότι:
1. Κατά τα δύο πρώτα έτη νόμιμης απασχόλησης του ενδιαφερομένου στην Ελλάδα, ως κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ», η πρόσβασή του στην αγορά εργασίας περιορίζεται στην άσκηση μισθωτής εργασίας υψηλής ειδίκευσης, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 26 του παρόντος Κεφαλαίου. Κατά το διάστημα αυτό, για την αλλαγή εργοδότη απαιτείται προηγούμενη γραπτή έγκριση από την αρμόδια για τη χορήγηση της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» υπηρεσία, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία και εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στο άρθρο 28 παράγραφος 5 του παρόντος Κεφαλαίου. Εφόσον πρόκειται για μεταβολές που επηρεάζουν τις προϋποθέσεις εισδοχής, απαιτείται προηγούμενη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 73 του ν.3386/2005, όπως ισχύει.
2. Μετά τα δύο πρώτα έτη, ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται να δηλώνει, στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική νομοθεσία, κάθε μεταβολή αναφορικά με την αλλαγή εργοδότη και τις προϋποθέσεις του άρθρου 26.
3. Οι κάτοχοι «Μπλε κάρτας της ΕΕ» δεν έχουν πρόσβαση στην απασχόληση εφόσον πρόκειται για δραστηριότητες οι οποίες:
α) αφορούν ακόμα και περιστασιακή συμμετοχή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας και ευθύνης για τη διαφύλαξη των γενικών συμφερόντων του κράτους, σε περιπτώσεις που σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική ή κοινοτική νομοθεσία οι δραστηριότητες αυτές προορίζονται μόνο για Έλληνες,
β) σύμφωνα με την ισχύουσα εθνική ή κοινοτική νομοθεσία ασκούνται αποκλειστικά από Έλληνες ή πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ΕΟΧ.
4. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της αρχής της κοινοτικής προτίμησης όπως διατυπώνεται στις σχετικές διατάξεις των Πράξεων Προσχώρησης 2003 και 2005, ιδίως σχετικά με τα δικαιώματα των πολιτών αυτών των κρατών μελών όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας.

Στο άρθρο 33 αντιμετωπίζεται το θέμα της τυχόν προσωρινής ανεργίας του κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ» (έως τρεις μήνες) και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν.
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
1. Κατά το διάστημα ανεργίας, όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 31, παράγραφος 4 του παρόντος κεφαλαίου, επιτρέπεται στον κάτοχο «Μπλε κάρτας της ΕΕ» να αναζητεί και να αναλαμβάνει απασχόληση σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 32.
2. Ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» επιτρέπεται να παραμένει στη Χώρα έως τη χορήγηση ή την απόρριψη της απαιτούμενης έγκρισης που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1. Με την υποβολή της  δήλωσης που προβλέπεται στο άρθρο 32  παράγραφοι 1 και 2 τερματίζεται αυτόματα το διάστημα ανεργίας.
3. Ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» υποχρεούται να δηλώσει, εντός διμήνου, την έναρξη της περιόδου ανεργίας στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 73 του ν.3386/2005.

Στο άρθρο 34 προσδιορίζονται οι τομείς στους οποίους ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» απολαμβάνει ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς, με σκοπό τη δημιουργία των ευνοϊκότερων δυνατών προϋποθέσεων. Ειδικές παρεκκλίσεις και περιορισμοί προβλέπονται σε τομείς, για τους οποίους ορίζονται επιμέρους προϋποθέσεις σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία (π.χ. υποτροφίες, οι διαδικασίες για την πρόσβαση σε στέγαση).
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
1. Ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» έχει δικαίωμα ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς, όσον αφορά:
α) Τις συνθήκες εργασίας, περιλαμβανομένων των όρων αμοιβής και απόλυσης, καθώς και τις απαιτήσεις σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας.
β) Την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, της προσχώρησης και της συμμετοχής σε οργάνωση εργαζομένων ή εργοδοτών ή οποιαδήποτε επαγγελματική οργάνωση, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από τις οργανώσεις αυτές και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια.
γ)  την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση.
δ) την αναγνώριση των διπλωμάτων πιστοποιητικών και άλλων επαγγελματικών προσόντων, σύμφωνα με τις σχετικές εθνικές διαδικασίες.
ε) τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφάλειας όπως ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71. Οι ειδικές διατάξεις του παραρτήματος του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 859/2003 του Συμβουλίου, εφαρμόζονται ανάλογα.
στ) με την επιφύλαξη των υφιστάμενων διμερών συμφωνιών, την καταβολή ποσών σχετικών με κεκτημένα δικαιώματα στο πλαίσιο εκ του νόμου συντάξεων γήρατος στο ύψος που προβλέπει η εθνική νομοθεσία ή η νομοθεσία των κρατών μελών που οφείλουν τα εν λόγω ποσά στην περίπτωση μετακίνησης σε τρίτη χώρα.
ζ) την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που τίθενται στη διάθεση του κοινού, περιλαμβανομένων των διαδικασιών για την πρόσβαση σε στέγαση, καθώς και των υπηρεσιών ενημέρωσης και παροχής συμβουλών που παρέχουν οι υπηρεσίες εύρεσης εργασίας. Το δικαίωμα αυτό δεν θίγει τη συμβατική ελευθερία σύμφωνα με την κοινοτική και εθνική νομοθεσία.
η) Την ελεύθερη πρόσβαση στο σύνολο της Επικράτειας. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να περιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 του ν. 3386/2005.
2. Όσον αφορά την παράγραφο 1 στοιχεία γ) και ζ), το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης περιορίζεται όσον αφορά τις υποτροφίες και τα σπουδαστικά δάνεια ή άλλες παροχές και δάνεια στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης, καθώς και τις διαδικασίες για την παροχή στέγης.
Όσον αφορά τις διατάξεις της παραγράφου 1 στοιχείο (γ):
α) η πρόσβαση στις πανεπιστημιακές και τις μεταδευτεροβάθμιες σπουδές  υπόκειται στην πλήρωση των ειδικών προϋποθέσεων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.
β) το δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης περιορίζεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η κατοικία ή η συνήθης διαμονή του κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ ή του μέλους της οικογένειάς του για το οποίο ζητεί παροχές ευρίσκεται εντός της ελληνικής επικράτειας.
3. Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2, δεν θίγει το δικαίωμα των αρμόδιων ελληνικών αρχών να ανακαλούν τη «Μπλε κάρτα της ΕΕ» ή να απορρίπτουν την ανανέωσή της, σύμφωνα με το άρθρο 31 του παρόντος Κεφαλαίου.
4. Σε περίπτωση που υπήκοος τρίτης χώρας στον οποίο έχει χορηγηθεί «Μπλε κάρτα της ΕΕ» από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εισέρχεται στην ελληνική επικράτεια σύμφωνα με το άρθρο 37 του παρόντος κεφαλαίου και η αρμόδια υπηρεσία δεν έχει αποφανθεί ακόμη επί του αιτήματος για τη χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ», η ίση μεταχείριση περιορίζεται στους τομείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1, εκτός των στοιχείων β) και δ). Εάν, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, επιτραπεί στον αιτούντα να εργασθεί, χορηγείται ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς σε όλους τους τομείς της παραγράφου 1.

Με το άρθρο 35 ρυθμίζεται το δικαίωμα του κατόχου «Μπλε Κάρτας» να φέρνει μαζί του τα μέλη της οικογένειάς του. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις περί οικογενειακής επανένωσης όπως ισχύουν (Ν.3386/2005 και Π.Δ.131/2006).
Πιο συγκεκριμένα προβλέπεται ότι:
1. Το υπ’ αριθ. 131/2006 Προεδρικό Διάταγμα «Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2003/86/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης» εφαρμόζεται με τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
2. Τα κατά το άρθρο 4 του υπ’αρ.131/2006 Προεδρικού Διατάγματος μέλη της οικογένειας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 και το άρθρο 5 παράγραφος 1 του υπ’αρ.131/2006 Προεδρικού Διατάγματος, μπορούν να συνοδεύουν ή να έρχονται να συναντήσουν τον συντηρούντα, εφόσον αυτός αποδεικνύει ότι διαθέτει προσωπικό εισόδημα σταθερό και τακτικό, επαρκές για τις ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 5 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος.
3. Οι άδειες διαμονής για τα μέλη οικογένειας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7 παράγραφος 4 του υπ’αρ.131/2006 Προεδρικού Διατάγματος, χορηγούνται, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της οικογενειακής επανένωσης, το αργότερο μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.
4. Η διάρκεια ισχύος των αδειών διαμονής των μελών οικογένειας, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8 παράγραφος 1 του υπ’αρ.131/2006 Προεδρικού Διατάγματος, είναι η ίδια με τη διάρκεια ισχύος των αδειών διαμονής που χορηγούνται στον κάτοχο «Μπλε κάρτας της ΕΕ» στο μέτρο που το επιτρέπει η περίοδος ισχύος των ταξιδιωτικών τους εγγράφων.
5. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 10 παράγραφος 1 του υπ’αρ.131/2006 Προεδρικού Διατάγματος, δεν εφαρμόζεται καμία προθεσμία όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Η διάταξη της παρούσας παραγράφου αρχίζει να ισχύει από τις 19 Δεκεμβρίου 2011.
6. Για τον υπολογισμό της πενταετούς διαμονής που απαιτείται για την απόκτηση αυτοτελούς άδειας διαμονής, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος 1 στοιχείο (α) του υπ’αρ.131/2006 Προεδρικού Διατάγματος, λαμβάνεται υπ’ όψιν σωρευτικά η διαμονή σε διαφορετικά κράτη μέλη. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι διατάξεις του άρθρου 36 του παρόντος κεφαλαίου όσον αφορά τη σώρευση περιόδων διαμονής σε διαφορετικά κράτη μέλη από κάτοχο «Μπλε κάρτας της ΕΕ».

Με το άρθρο 36 καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος από τον κάτοχο «Μπλε κάρτας της ΕΕ». Ορίζεται ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις του υπ’αριθμ.150/2006 Προεδρικού Διατάγματος (ΦΕΚ 150 Α’) με επιμέρους παρεκκλίσεις οι οποίες έχουν ως στόχο να ενισχύσουν τόσο την γεωγραφική κινητικότητα των εργαζομένων, κατόχων «Μπλε κάρτας της ΕΕ» (π.χ.  σώρευση διαστημάτων διαμονής σε διαφορετικά κράτη μέλη της ΕΕ, κά), όσο και να στηρίξουν την κυκλική μεταναστευτική πολιτική και να περιορίσουν τις πιθανές επιπτώσεις της διαρροής εγκεφάλων (παρεκκλίσεις για τις περιόδους απουσίας από την ΕΕ). Επισημαίνεται ότι για την απαιτούμενη προηγούμενη 5ετή νόμιμη διαμονή προσμετρώνται περίοδοι διαμονής με καθεστώς «Μπλε Κάρτας» και σε άλλα κράτη της ΕΕ. Ωστόσο, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να έχει διαμείνει επί δύο τουλάχιστον συναπτά έτη αδιάλειπτα στην ελληνική επικράτεια.
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
1. Το υπ. αρ.150/2006 Προεδρικό Διάταγμα «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2003/109/ΕΚ της 25ης Νοεμβρίου 2003 σχετικά με το καθεστώς πολιτών τρίτων χωρών οι οποίοι είναι επί μακρόν διαμένοντες» (ΦΕΚ 160 Α’) εφαρμόζεται με τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
2. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 1 του υπ. αρ.150/2006 Προεδρικού Διατάγματος, στην περίπτωση κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ», που χρησιμοποίησε τη δυνατότητα η οποία προβλέπεται στο άρθρο 37  του παρόντος κεφαλαίου, επιτρέπεται ο συνυπολογισμός σωρευτικά περιόδων διαμονής σε διαφορετικά κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να ικανοποιηθεί η απαίτηση σχετικά με τη διάρκεια της διαμονής, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) πέντε έτη νόμιμης και αδιάλειπτης διαμονής στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ» και
β) δύο έτη νόμιμης και αδιάλειπτης διαμονής, αμέσως πριν από την υποβολή της σχετικής αίτησης, ως κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ», στην ελληνική επικράτεια, στην οποία υποβάλλεται η αίτηση για άδεια διαμονής επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΚ.
3. Για τον υπολογισμό της περιόδου νόμιμης και αδιάλειπτης διαμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 3 του υπ.αρ.150/2006 Προεδρικού Διατάγματος, περίοδοι απουσίας από την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν διακόπτουν την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο (α) του παρόντος άρθρου εάν είναι μικρότερες από δώδεκα συναπτούς μήνες και δεν υπερβαίνουν συνολικά τους δεκαοκτώ μήνες εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο (α) του παρόντος άρθρου. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» δεν χρησιμοποίησε τη δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 37.
4. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο (γ) του υπ.αρ.150/2006 Προεδρικού Διατάγματος, παρατείνεται σε 24 διαδοχικούς μήνες η περίοδος απουσίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που επιτρέπεται σε κάτοχο άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΕ με την παρατήρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου και στα μέλη της οικογένειάς του στα οποία έχει χορηγηθεί το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΕ.
5. Οι παρεκκλίσεις από το υπ. αρ.150/2006 Προεδρικό Διάταγμα που θεσπίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου περιορίζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο ενδιαφερόμενος πολίτης τρίτης χώρας μπορεί να προσκομίσει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι απουσίασε από την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να ασκήσει μισθωτή ή ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα ή να προσφέρει εθελοντική υπηρεσία ή να σπουδάσει στη χώρα καταγωγής του.
6. Τα άρθρα 34 στοιχείο (στ) και 35 του παρόντος κεφαλαίου εξακολουθούν να εφαρμόζονται στους κατόχους άδειας διαμονής επί μακρόν διαμένοντος με την παρατήρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 7 κατά περίπτωση, αφού ο κάτοχος της «Μπλε κάρτας της ΕΕ» έχει αποκτήσει το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΕ.
7. Στους κατόχους «Μπλε κάρτας της ΕΕ», οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο για την απόκτηση του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος στην ΕΕ, χορηγείται άδεια διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο (α) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου. Στο σημείο "Παρατηρήσεις" της άδειας διαμονής αναγράφεται "Πρώην κάτοχος Μπλε κάρτας της ΕΕ".

Με το άρθρο 37 ρυθμίζεται το θέμα της διευκόλυνσης της κινητικότητας και του δικαιώματος διαμονής στην Ελλάδα κατόχων «Μπλε κάρτας της ΕΕ» που μετακινούνται από άλλο κράτος μέλος της ΕΕ
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
1. Έπειτα από δεκαοκτώ μήνες νόμιμης διαμονής του στο πρώτο κράτος μέλος ως κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ», ο ενδιαφερόμενος και τα μέλη της οικογένειάς του μπορούν να μετακινηθούν στην Ελλάδα για το σκοπό της απασχόλησης υψηλής ειδίκευσης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.
2. Ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» υποβάλλει το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την είσοδό του στην Ελλάδα, στην αρμόδια υπηρεσία αίτηση για χορήγηση «Μπλε κάρτα της ΕΕ», καταθέτοντας όλα τα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 26 του παρόντος Κεφαλαίου.
3. Σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 28 του παρόντος κεφαλαίου, η αρμόδια υπηρεσία διεκπεραιώνει την αίτηση και ενημερώνει γραπτώς τον αιτούντα και το πρώτο κράτος μέλος για την απόφαση είτε:
α) να χορηγήσει «Μπλε κάρτα της ΕΕ» και να επιτρέψει στον αιτούντα να διαμείνει στην ελληνική επικράτεια για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 28 έως και 34 του παρόντος ή
β) να αρνηθεί την έκδοση «Μπλε κάρτας της ΕΕ» και να υποχρεώσει τον αιτούντα και τα μέλη της οικογένειάς του, σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας και το άρθρο 21 του ν.3907/2011 (ΦΕΚ 7 Α’) αναφορικά με τη διαδικασία επιστροφής, να εγκαταλείψει την ελληνική επικράτεια εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο. Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο κράτος μέλος υποχρεούται να δεχθεί αμέσως εκ νέου χωρίς διατυπώσεις τον κάτοχο «Μπλε κάρτας της ΕΕ» και τα μέλη της οικογένειάς του. Αυτό ισχύει επίσης εάν η «Μπλε κάρτα της ΕΕ» που εξέδωσε το πρώτο κράτος μέλος έχει λήξει ή ανακληθεί κατά το χρονικό διάστημα εξέτασης της αίτησης. Οι διατάξεις του άρθρου 33 εφαρμόζονται μετά την επανεισδοχή.
4. Στον πολίτη τρίτης χώρας, ο οποίος κατέθεσε εμπρόθεσμα αίτηση χορήγησης «Μπλε κάρτας της ΕΕ» με όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, χορηγείται η προβλεπόμενη στο  άρθρο 11 του ν.3386/2005, βεβαίωση κατάθεσης, με την οποία θεωρείται ότι νομίμως διαμένει στη Χώρα, για όσο χρόνο αυτή ισχύει. Αν εκδοθεί απορριπτική απόφαση, η βεβαίωση παύει, αυτοδικαίως, να ισχύει.
5. Ο αιτών και ο εργοδότης του λογίζονται συνυπεύθυνοι για τα έξοδα επιστροφής και επανεισδοχής του κατόχου της «Μπλε κάρτας της ΕΕ», καθώς και των μελών της οικογένειάς του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 37 του ν.3907/2011, περιλαμβανομένων και των εξόδων που καλύφθηκαν ενδεχομένως από δημόσιους πόρους σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο (β).
6. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 27 του παρόντος Κεφαλαίου και παρακάτω στο άρθρο 40 του παρόντος.
7. Από τη δεύτερη φορά κατά την οποία κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» και, κατά περίπτωση, τα μέλη της οικογένειάς του κάνουν χρήση της δυνατότητας μετακίνησης σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο, ως "πρώτο κράτος μέλος" νοείται το κράτος μέλος από το οποίο ο ενδιαφερόμενος αναχωρεί και ως "δεύτερο κράτος μέλος" το κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλει αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής.

Με το άρθρο 38 προσδιορίζεται η κινητικότητα των μελών της οικογένειας που συνοδεύουν ή επανενώνονται με τον κάτοχο της «Μπλε κάρτας της ΕΕ».
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
1. Όταν ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» μετακινείται από το πρώτο κ-μ στην Ελλάδα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37 και όταν η οικογένειά του είχε ήδη συσταθεί στο πρώτο κράτος μέλος, επιτρέπεται στα, κατά το άρθρο 4 του υπ’ αριθ. 131/2006 Προεδρικού Διατάγματος «Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2003/86/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης» μέλη της οικογένειάς του, να τον συνοδεύσουν ή να επανενωθούν μαζί του.
2. Τα ενδιαφερόμενα μέλη της οικογένειας ή ο συντηρών τα πρόσωπα αυτά, κάτοχος «Mπλε κάρτας ΕΕ», σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, υποβάλλουν στην αρμόδια υπηρεσία, το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την είσοδό τους στην χώρα, αίτηση για χορήγηση άδειας διαμονής μέλους οικογένειας.
3. Στα μέλη της οικογένειας πολίτη τρίτης χώρας τα οποία κατέθεσαν εμπρόθεσμα αίτηση χορήγησης άδειας διαμονής για οικογενειακή επανένωση και εφόσον προσκομίζουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την πλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου, χορηγείται η προβλεπόμενη στο  άρθρο 11 του ν.3386/2005, με την οποία θεωρείται ότι νομίμως διαμένουν στη Χώρα, για όσο χρόνο αυτή ισχύει. Αν εκδοθεί απορριπτική απόφαση, η βεβαίωση παύει, αυτοδικαίως, να ισχύει.
4. Για την άσκηση του δικαιώματος της οικογενειακής επανένωσης, ο συντηρών, κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ», θα πρέπει να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία ότι διαθέτει σταθερούς και τακτικούς πόρους, επαρκείς για τη συντήρηση του ιδίου και των μελών της οικογένειάς του, οι οποίοι δεν προέρχονται από προσφυγή στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Χώρας. Κατά την εξέταση της αίτησης, οι πόροι αυτοί αξιολογούνται ανάλογα με τη φύση και την τακτικότητά τους και μπορεί να λαμβάνεται υπόψη το ύψος των κατώτατων εθνικών αποδοχών και συντάξεων, καθώς και ο αριθμός των μελών της οικογένειας. Το ύψος και τα αντίστοιχα δικαιολογητικά που αποδεικνύουν τους επαρκείς πόρους καθορίζονται στη παράγραφο 4, στοιχείο (δ), του άρθρου 5 του υπ’ αριθ. 131/2006 Προεδρικού Διατάγματος «Εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με την Οδηγία 2003/86/ΕΚ σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης».
5. Τα ενδιαφερόμενα μέλη της οικογένειας που υποβάλλουν αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 2, θα πρέπει να πληρούν τις εξής προϋποθέσεις:
α) να είναι κάτοχοι ισχύοντος διαβατηρίου και άδειας διαμονής στο πρώτο κράτος μέλος ή  επικυρωμένων αντίγραφων αυτών, καθώς και θεώρησης εισόδου, εάν απαιτείται
β) να αποδεικνύουν ότι είχαν διαμείνει ως μέλη οικογένειας κατόχου «Μπλε κάρτας της ΕΕ» στο πρώτο κράτος μέλος
γ) να διαθέτουν ασφάλιση ασθενείας για το σύνολο των κινδύνων που καλύπτονται για τους ημεδαπούς ή ότι ο κάτοχος «Μπλε κάρτας της ΕΕ» διαθέτει ανάλογη ασφάλιση για αυτούς.
6. Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 35 του παρόντος κεφαλαίου εξακολουθούν να εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.
7. Όταν η οικογένεια δεν είχε συσταθεί ήδη στο πρώτο κράτος μέλος, εφαρμόζεται το άρθρο 35 του παρόντος.

Τέλος στο άρθρο 39 ορίζεται η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών ως σημείο επαφής για την ανταλλαγή πληροφοριών με τα άλλα κράτη της ΕΕ, καθώς και ως υπεύθυνη αρχή ενώπιον των οργάνων της ΕΕ.



Δεύτερο Κεφάλαιο
Το άρθρο 40 προβλέπει εθνικού χαρακτήρα ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την λειτουργική προσαρμογή των οριζόμενων στην Οδηγία με τις οικείες διοικητικές διαδικασίες που αφορούν την είσοδο αλλοδαπών εργαζομένων στη Χώρα μας στο πλαίσιο μετάκλησής τους από Έλληνες εργοδότες. Ειδικότερα, ορίζεται η Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών ως υπηρεσία υποβολής και απόφασης επί των αιτημάτων των εργοδοτών για τη μετάκληση εργαζόμενου υψηλής ειδίκευσης, ενώ προσδιορίζονται και τα δικαιολογητικά που ο εργοδότης οφείλει να προσκομίσει. Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται δε και η διαδικασία ενώπιον των αρμόδιων ελληνικών προξενικών αρχών για τη χορήγηση των ειδικών θεωρήσεων εισόδου στους ενδιαφερόμενους των οποίων η είσοδος έχει ήδη εγκριθεί από το Υπουργείο Εσωτερικών. Σε γενικές γραμμές, οι προβλεπόμενες στο άρθρο 40 διαδικασίες ακολουθούν το πρότυπο των ήδη υφιστάμενων διαδικασιών μετάκλησης αλλοδαπών εργαζόμενων, σύμφωνα με το οποίο πρέπει πρώτα η είσοδός τους να έχει εγκριθεί από την αρμόδια επιχώρια υπηρεσία και στη συνέχεια χορηγείται η οικεία θεώρηση εισόδου από τις προξενικές αρχές.
Πιο συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι:
1. Κάθε εργοδότης, ο οποίος επιθυμεί να προσλάβει προσωπικό  για εργασία υψηλής ειδίκευσης, με βάση τις θέσεις εργασίας οι οποίες περιλαμβάνονται στην κοινή υπουργική απόφαση του άρθρου 27 του παρόντος, καταθέτει αίτηση στην Διεύθυνση Μεταναστευτικής Πολιτικής του Υπουργείου Εσωτερικών στην οποία θα αναφέρονται ο αριθμός των θέσεων εργασίας, τα στοιχεία και η ιθαγένεια των προς απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών, η ειδικότητα, καθώς και το χρονικό διάστημα της απασχόλησης. Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από: (α) έγκυρη σύμβαση εργασίας που αφορά απασχόληση υψηλής ειδίκευσης για ένα τουλάχιστον έτος στην Ελλάδα, από την οποία να προκύπτει ότι η αμοιβή του εργαζόμενου δεν υπολείπεται του κατώτατου ορίου μισθού για απασχόληση υψηλής ειδίκευσης, όπως αυτό προσδιορίζεται κάθε φορά, στο άρθρο 26 παράγραφος 1 εδάφιο β΄ του παρόντος, (β) τίτλο σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης σχετικό με το επάγγελμα ή τον τομέα που προσδιορίζεται στη σύμβαση εργασίας, επίσημα μεταφρασμένο και επικυρωμένο, καθώς και (γ) βεβαίωση του ΟΑΕΔ και ανακοίνωση αναζήτησης προσωπικού σε δύο τουλάχιστον εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας, από τις οποίες θα προκύπτει αδυναμία κάλυψης των θέσεων αυτών από άνεργους ημεδαπούς, ή κοινοτικούς πολίτες ή νόμιμα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών. Εφόσον τα υψηλά επαγγελματικά προσόντα του ενδιαφερόμενου πολίτη τρίτης χώρας πιστοποιούνται μόνο από επαγγελματική πείρα, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, θα πρέπει να αποδεικνύονται τα έτη της επαγγελματικής πείρας, καθώς επίσης να πληρούνται οι λοιπές αντίστοιχες προϋποθέσεις της εθνικής νομοθεσίας.
2. Ο Υπουργός Εσωτερικών εκδίδει πράξη με την οποία εγκρίνεται η απασχόληση του πολίτη τρίτης χώρας για παροχή εργασίας υψηλής ειδίκευσης σε συγκεκριμένο εργοδότη μόνον εφόσον ο τίτλος σπουδών αυτού είναι συναφής με ειδικότητα που περιλαμβάνεται στην κοινή απόφαση του άρθρου 30 και ο αριθμός των εκεί προβλεπομένων θέσεων εργασίας της εν λόγω συναφούς ειδικότητας, που προβλέπονται στην ίδια απόφαση, δεν έχει εξαντληθεί. Η σχετική πράξη έγκρισης διαβιβάζεται, μαζί με την υπογεγραμμένη από τον εργοδότη σύμβαση εργασίας, στην αρμόδια ελληνική προξενική αρχή. Για τον προσδιορισμό της συνάφειας του τίτλου σπουδών με ειδικότητα προβλεπόμενη στην κοινή απόφαση του άρθρου 27 οι αρμόδιες για την εξέταση της αίτησης υπηρεσίες μπορούν, σε περίπτωση αμφιβολίας, να ζητούν σχετική γνώμη υπηρεσιών των καθ’ ύλην αρμοδίων Υπουργείων.
3. Η αρμόδια ελληνική προξενική αρχή καλεί τους ενδιαφερόμενους πολίτες τρίτων χωρών, για τους οποίους έχει εκδοθεί πράξη έγκρισης για την είσοδο στην Ελλάδα με σκοπό την παροχή εργασίας υψηλής ειδίκευσης. Οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να παρουσιάζονται αυτοπροσώπως στην ανωτέρω υπηρεσία, υποβάλλοντας τους απαιτούμενους τίτλους σπουδών, νόμιμα επικυρωμένους, καθώς και βεβαίωση από αρμόδια αρχή της χώρας προέλευσης με την οποία θα πιστοποιείται η επιτυχής ολοκλήρωση προγράμματος εκπαίδευσης που έπεται της δευτεροβάθμιας, δηλαδή μιας δέσμης μαθημάτων που παρέχονται από εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο αναγνωρίζεται ως ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης από το κράτος στο οποίο βρίσκεται, προκειμένου να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση εργασίας και να τους χορηγηθεί η ειδική θεώρηση εισόδου, τηρουμένων κατά τα λοιπά των γενικών και ειδικών διατάξεων για τις θεωρήσεις. Εάν πρόκειται για νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, ο ενδιαφερόμενος πολίτης τρίτης χώρας, θα πρέπει να προσκομίζει τίτλο σπουδών, ακαδημαϊκά αναγνωρισμένο από τη χώρα μας και να πληροί τις λοιπές προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού

Στο άρθρο 41 προβλέπεται η δυνατότητα των ήδη κατόχων άδειας διαμονής (ιδίως όσων έχουν άδεια διαμονής για εξαρτημένη εργασία) να αιτηθούν τη μετάβασή τους σε καθεστώς διαμονής με «Μπλε Κάρτα», εφόσον βεβαίως πληρούν τις οικείες προϋποθέσεις. Επίσης, προβλέπεται η δυνατότητα αλλαγής σκοπού και απόκτησης «Μπλε Κάρτας» από πολίτες τρίτων χωρών οι οποίοι εισήλθαν και διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα ως στελέχη επιχειρήσεων, ως σπουδαστές, ως ερευνητές ή για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας. Η ρύθμιση είναι ιδιαίτερα σημαντική ειδικά για τους σπουδαστές, καθώς έως σήμερα ένας σπουδαστής ανώτατης εκπαίδευσης ο οποίος εισήλθε στην Ελλάδα για σπουδές δεν μπορεί να συνεχίσει να διαμένει νόμιμα στη Χώρα μετά το πέρας των σπουδών του, ακόμη και αν πρόκειται για πρόσωπο που έχει αριστεύσει, έχει μεταπτυχιακές σπουδές στη Χώρα μας και έχει προοπτικές επαγγελματικής σταδιοδρομίας υψηλών προσόντων στην Ελλάδα. Προκειμένου να ενταχθούν στην ανωτέρω διάταξη οι ενδιαφερόμενοι πολίτες τρίτων χωρών θα πρέπει να πληρούν πέραν των προϋποθέσεων του κεφαλαίου Α΄ και επιμέρους κριτήρια που θα καθοριστούν με κυα. Ενδεικτικά, αναφέρεται ως κριτήριο οι υψηλές εκπαιδευτικές επιδόσεις, οι ιδιαίτερες ικανότητες και τα προσόντα των ενδιαφερομένων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πρόκειται για πολίτες τρίτων χωρών που γνωρίζουν επιπλέον την ελληνική γλώσσα και έχουν ήδη συνηθίσει να εργάζονται στο ερευνητικό περιβάλλον της χώρας μας, εφόσον πρόκειται για ερευνητές.
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
 1. Για την κάλυψη των δαπανών της απομάκρυνσης που προβλέπονται στο στις διατάξεις του προηγούμενου κεφαλαίου εφαρμόζονται αναλογικώς οι διατάξεις του άρθρου 80 του ν. 3386/2005 και της υπ’ αρ. 4000/4/46-α΄ από 27.7.2009 κοινής υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ 1535 Β΄).
2. Πολίτες τρίτων χωρών, κάτοχοι αδειών διαμονής στην Ελλάδα, για τους οποίους επιτρέπεται η αλλαγή σκοπού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν.3386/2005, μπορούν να αιτηθούν, κατά την ανανέωση της άδειας διαμονής τους, τη χορήγηση «Μπλε κάρτας της ΕΕ», εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στις ρυθμίσεις του προηγούμενου κεφαλαίου του παρόντος νόμου. 
3. Σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται η αλλαγή σκοπού για τους κατόχους άδειας διαμoνής «Μπλε κάρτα της ΕΕ».
4. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 6 του άρθρου 12 του ν.3386/2005, όπως ισχύει, και εφόσον πρόκειται για κατόχους αδειών διαμονής για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 17, παράγραφος 1, εδάφια α και ε και στο άρθρο 33 του ν.3386/05, όπως ισχύει, καθώς και αδειών διαμονής του άρθρου 5 του π.δ.101/2008 (ΦΕΚ 157 Α’) και του άρθρου 7 του π.δ. 128/2008 (ΦΕΚ 190 Α΄), αυτοί μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του προηγούμενου κεφαλαίου του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις, καθώς επίσης και τα κριτήρια που θα καθοριστούν με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
5. Με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών, όπου τούτο απαιτείται, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικό θέμα που αναφέρεται στην εφαρμογή των διατάξεων του προηγούμενου κεφαλαίου του νόμου αυτού. 

Στο άρθρο 42 περιλαμβάνονται σειρά τροποποιήσεων διατάξεων του Π.Δ. 106/2007 με το οποίο έχει ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία  2004/38/ΕΚ, σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης και των μελών της οικογένειάς τους. Η εν λόγω τροποποίηση κρίθηκε αναγκαία μετά από συνάντηση των εκπροσώπων του Υπουργείου Εσωτερικών με εκπροσώπους της Ε.Ε. η οποία πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο συναντήσεων με όλα τα κράτη – μέλη  σχετικά με την ορθή εφαρμογή της υπόψη Οδηγίας.
Με την παράγραφο 1, ο όρος «τέκνα» αντικαθίσταται με τον ευρύτερο όρο «κατιόντες» στην περίπτωση (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Π.Δ. 106/2007. Η τροποποίηση αυτή κρίνεται απαραίτητη για την ορθή ενσωμάτωση της Οδηγίας, αφού εκ του υφισταμένου κειμένου του ΠΔ 109/2007/ΕΚ δεν προκύπτει πλήρης νοηματική αντιστοιχία με τον ορισμό των μελών της οικογένειας, όπως αυτός περιλαμβάνεται στην Οδηγία 2004/38/ΕΚ.
Με την παράγραφο 2 παραλείπεται η φράση «και δεν έχουν την ελληνική ιθαγένεια» της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Π.Δ. 106/2007. Η τροποποίηση αυτή κρίνεται αναγκαία, καθώς το οικείο άρθρο της Οδηγίας δεν θέτει ως προϋπόθεση την μη ύπαρξη της ιθαγένειας του κράτους μέλους.
Με την παράγραφο 3 ενσωματώνεται σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ε.Ε. σε σχέση και με τη ρύθμιση του άρθρου 14 παρ.4 περ. β΄ της Οδηγίας
Η παράγραφος 4 κρίνεται απαραίτητη χάριν διασαφήνισης και δεν αλλάζει επί της ουσίας τις υφιστάμενες διατάξεις και διαδικασίες. Ειδικότερα, η άσκηση του δικαιώματος διαμονής (όχι εισόδου) προϋποθέτει την ύπαρξη ισχυρού διαβατηρίου, αλλά όχι θεώρησης εισόδου. Η θεώρηση εισόδου σχετίζεται μόνο με το δικαίωμα εισόδου στη χώρα και άλλωστε δεν μπορεί να ζητηθεί εκ των υστέρων, ήτοι όταν το μέλος οικογένειας βρίσκεται ήδη στη χώρα.
Με  την παράγραφο 5 διασαφηνίζεται σε ποιές περιπτώσεις παρακολούθησης μαθημάτων επαγγελματικής κατάρτισης ο πολίτης ΕΕ εξακολουθεί να θεωρείται ότι διατηρεί την ιδιότητα του εργαζόμενου.
Με την παράγραφο 6 ενσωματώνεται με ορθότερο τρόπο η ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 8 της Οδηγίας σύμφωνα με την οποία το χρονικό διάστημα για την εμφάνιση προς καταγραφή του ενδιαφερόμενου πολίτη ΕΕ στις αρμόδιες αρχές δεν μπορεί να είναι  βραχύτερο των 3 μηνών.
Η τροποποίηση της παραγράφου 7 κρίνεται αναγκαία, καθώς, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας (άρθρο 8 παράγραφος 4), για να επιτραπεί διαμονή πολίτη της Ένωσης που κατέχει επαρκείς πόρους, πέραν των τριών μηνών, θα πρέπει να χρησιμοποιείται το κριτήριο της προσωπικής κατάστασης του ενδιαφερομένου, δεδομένου ότι  η αναφορά της Οδηγίας στο ύψος της κατώτατης σύνταξης είναι ενδεικτική και προσδιορίζει το τυχόν ανώτατο απαιτούμενο όριο. Προς τούτο, η αναδιατύπωση που προτείνεται σχετικοποιεί το κριτήριο της ελάχιστης σύνταξης και συμπεριλαμβάνει, ως κριτήριο, την αξιολόγηση της προσωπικής κατάστασης του ενδιαφερομένου. Ουσιαστικά και τα δύο κριτήρια θα εξεταστούν από κοινού, παρέχοντας σχετική ευελιξία («λαμβάνονται υπόψη»).
Σε σχέση με την παράγραφο 8 σημειώνεται ότι οι κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονταν από το ΠΔ 109/2007, κρίθηκαν από πλευράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως μη αναλογικές, ιδίως ως προς την μη χορήγηση δελτίου διαμονής στην περίπτωση που ο υπήκοος κ-μ της ΕΕ δεν υποβάλλει εντός ενός έτους από την είσοδό του στη χώρα σχετική αίτηση. Προς τούτο, σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση, το πρόστιμο, το οποίο θα επιβάλλεται, μετά την παρέλευση ενός έτους από την ημερομηνία εισόδου, ρυθμίστηκε αναλογικά προς το πρόστιμο, το οποίο επιβάλλεται στους πολίτες τρίτων χωρών σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής αιτήματος ανανέωσης της άδειας διαμονής τους.
Η τροποποίηση της παραγράφου 9 κρίνεται αναγκαία, καθώς το οικείο άρθρο της Οδηγίας αναφέρεται σε έκδοση της οικείας βεβαίωσης εγγραφής το συντομότερο δυνατό.
Η αιτιολογία της προτεινόμενης με την παράγραφο 10 τροποποίησης είναι ταυτόσημη με την αιτιολογία για την τροποποίηση που προτείνεται με την ως άνω παράγραφο 8.
Με την παράγραφο 11 επέρχεται διασαφήνιση του κειμένου και δεν αλλάζει τίποτα επί της ουσίας σε σχέση με τις υφιστάμενες διατάξεις.
Επισημαίνεται ότι η πιο σημαντική από τις περιλαμβανόμενες στο άρθρο 42 ρυθμίσεις είναι αυτή της παραγράφου 12 με την οποία η αρχή της ίσης μεταχείρισης, που προβλέπεται ήδη για πολίτες τρίτων χωρών που είναι μέλη οικογένειας πολίτη Ε.Ε., αναγνωρίζεται πλέον ρητά και για πολίτες τρίτων χωρών που είναι μέλη οικογένειας Ελλήνων πολιτών. Η ρύθμιση αυτή είναι σημαντική, ώστε να αρθεί η οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το καθεστώς διαμονής των μελών οικογένειας Έλληνα πολίτη. Και τούτο για λόγους συνταγματικής τάξης, καθώς δεν μπορεί να γίνεται αποδεκτό ότι πολίτες τρίτων χωρών που είναι μέλη οικογένειας πολιτών κρατών μελών της ΕΕ (άλλων πλην Ελλάδας) απολαμβάνουν περισσότερων δικαιωμάτων στην Ελλάδα σε σχέση με τους πολίτες τρίτων χωρών που είναι μέλη οικογένειας Έλληνα πολίτη. 
Ειδικότερα προβλέπεται ότι:
1. Η περίπτωση (β) της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«(β) ανεξαρτήτως ιθαγένειας:  οι κατιόντες, συγγενείς εξ’ αίματος σε ευθεία γραμμή, των συζύγων, οι οποίοι  είναι κάτω της ηλικίας των 21 ετών ή ανεξαρτήτως ηλικίας, εφόσον είναι συντηρούμενοι,  καθώς και εκείνοι του (της) συζύγου, κατά την ανωτέρω διάκριση, ως προς την ηλικία, καθώς και τα  τέκνα που έχουν υιοθετηθεί, επίσης κατά την ανωτέρω διάκριση».
2. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Το παρόν προεδρικό διάταγμα ισχύει για τους πολίτες της Ένωσης, οι οποίοι εισέρχονται ή διαμένουν στην Ελλάδα, καθώς και για τα μέλη των οικογενειών τους, ανεξαρτήτως ιθαγένειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 2, που τους συνοδεύουν ή έρχονται να τους συναντήσουν»
3.  Η παράγραφος 1 του άρθρου 6 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη της οικογένειάς τους, που είναι επίσης πολίτες της Ένωσης, έχουν δικαίωμα διαμονής στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες, χωρίς κανένα όρο ή διατύπωση εφόσον κατέχουν ισχύον δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο. Το ανωτέρω διάστημα παρατείνεται, αυτοδικαίως, για άλλους τρείς μήνες για τα πρόσωπα που πραγματικά αναζητούν εργασία.».
4.Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής: 
«2. Τα μέλη της οικογένειας πολίτη της Ένωσης, που είναι υπήκοοι τρίτης χώρας, έχουν δικαίωμα διαμονής στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα έως τρεις μήνες χωρίς κανένα όρο ή διατύπωση, εφόσον είναι κάτοχοι ισχύοντος διαβατηρίου και συνοδεύουν ή πηγαίνουν να συναντήσουν τον πολίτη της Ένωσης».
5. Η παράγραφος 3 περ. δ΄ του άρθρου 7 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«(δ) αν ο ενδιαφερόμενος παρακολουθεί μαθήματα επαγγελματικής κατάρτισης, η διατήρηση της ιδιότητας του εργαζομένου προϋποθέτει την ύπαρξη σχέσης μεταξύ της προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και της κατάρτισης. Η πλήρωση της παραπάνω προϋπόθεσης δεν απαιτείται στις περιπτώσεις που ο ενδιαφερόμενος είναι ακουσίως άνεργος».
6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 8 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«1.Πολίτες της ΄Ενωσης που πρόκειται να διαμείνουν στην Ελλάδα για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία άφιξής τους, υποχρεούνται μετά τη λήξη του τριμήνου να εμφανίζονται αυτοπροσώπως, στις  αρμόδιες για το χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους, για καταγραφή. Οι ανωτέρω υπηρεσίες ενεργούν σχετική εγγραφή και χορηγούν άμεσα βεβαίωση για την πράξη τους, στην οποία αναγράφονται το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση του εγγραφέντος και η ημερομηνία εγγραφής. Η μη συμμόρφωση με την απαίτηση εγγραφής τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27 του παρόντος.
7.  Η παράγραφος 3 του άρθρου  8 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Για τον υπολογισμό της κατοχής επαρκών πόρων από μέρους των ενδιαφερομένων, λαμβάνονται υπόψη αφενός η προσωπική κατάσταση του ενδιαφερομένου, αφετέρου το ύψος της χορηγούμενης στην Ελλάδα ελάχιστης σύνταξης»
8. Η παράγραφος 5 του άρθρου 9 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Σε περίπτωση μη υποβολής της αίτησης της παρ. 2 του παρόντος, εντός διαστήματος ενός έτους από την ημερομηνία εισόδου στην ελληνική επικράτεια, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο ύψους, πενήντα (50) ευρώ, ανάλογου με το πρόστιμο που επιβάλλεται για υποβολή εκπρόθεσμων  αιτήσεων  για ανανέωση άδειας διαμονής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν.3386/2005. Η διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του ανωτέρω προστίμου ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).».
9. Το άρθρο 16 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«Αφού εξακριβωθεί η διάρκεια παραμονής των πολιτών της Ένωσης που είναι δικαιούχοι μόνιμης διαμονής, με την προσκόμιση της βεβαίωσης εγγραφής, οι αρμόδιες για το χειρισμό θεμάτων αλλοδαπών αστυνομικές αρχές του τόπου κατοικίας τους χορηγούν το συντομότερο δυνατό, κατόπιν αιτήσεώς τους που υποβάλλεται αυτοπροσώπως, έγγραφο που πιστοποιεί τη μόνιμη διαμονή τους».
10. Η παράγραφος 4 του άρθρου 17 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Σε περίπτωση μη υποβολής της αίτησης της παρ. 2 του παρόντος, εντός διαστήματος ενός έτους από την ημερομηνία λήξης του δελτίου διαμονής, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, επιβάλλεται χρηματικό πρόστιμο ύψους πενήντα (50) ευρώ, ανάλογου με το πρόστιμο που επιβάλλεται για υποβολή εκπρόθεσμων  αιτήσεων  για ανανέωση άδειας διαμονής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 11 του ν.3386/2005. Η διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του ανωτέρω προστίμου ενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.).».
11. Η παράγραφος 8 του άρθρου 22 του π.δ. 106/2007 αντικαθίσταται ως εξής:
«8. Δεν λαμβάνεται επ’ ουδενί μέτρο επιστροφής  κατά πολίτη της Ένωσης ή μελών της οικογένειάς του,  ακόμη και αν αυτός έπαυσε να πληροί τους όρους των άρθρων 6 παρ. 3, 7, 11 παρ. 1 και 12 παρ.1  του παρόντος, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου VI , εφόσον οι πολίτες της Ένωσης είναι μισθωτοί ή ασκούν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα ή εισήλθαν στην ελληνική επικράτεια προκειμένου να βρουν εργασία. Στην περίπτωση αυτή οι πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους δεν μπορούν να απελαθούν, εφόσον οι πολίτες της Ένωσης δύνανται να παρέχουν αποδείξεις ότι συνεχίζουν να αναζητούν εργασία και ότι έχουν πραγματικές πιθανότητες να προσληφθούν.
12. Στο άρθρο 64 του ν. 3386/2005, όπως ισχύει, προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3.Οι πολίτες της Ένωσης που διαμένουν στην Ελλάδα βάσει του παρόντος νόμου απολαύουν ίσης μεταχείρισης με τους ημεδαπούς εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ε.Ε.. Το ευεργέτημα αυτό απονέμεται στα μέλη της οικογένειάς τους που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, εφόσον έχουν το δικαίωμα διαμονής ή μόνιμης διαμονής, καθώς και στα μέλη οικογένειας Έλληνα που είναι πολίτες τρίτων χωρών και έχουν ομοίως δικαίωμα διαμονής ή μόνιμης διαμονής.